Tuesday, September 6, 2011
Η κοινοτυπία της πρωτοτυπίας και η ξεπερασμένη πρωτοπορία.
Thursday, August 18, 2011
η γαλή του έρωτα
Wednesday, April 20, 2011
βία στη βία της εξουσίας
Ένα από τα πιο δημοφιλή από αυτά είναι το «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» και ένα άλλο το «βία στη βία της εξουσίας». Το πρώτο χρησιμοποιείται μονότονα στις διαδηλώσεις, κάθε φορά που κάνουν την εμφάνισή τους τα ΜΑΤ, από το 1975 μέχρι και σήμερα, τριανταπέντε χρόνια μετά. Το δεύτερο είναι το σύνθημα-άλλοθι κάθε πράξης βίας (ή τέλος πάντων, αντιβίας) των αντιεξουσιαστών που καταφεύγουν στη βία (ή τέλος πάντων, στην αντιβία) και τους οποίους θα λέμε πρόχειρα «αντι-βιαστές», για να τους ξεχωρίσουμε από τους υπόλοιπους.
Δεν θα επιμείνουμε στο πρώτο σύνθημα, μιας και είναι περιορισμένης εμβέλειας, αφού στοχοποιεί μόνο τους «μπάτσους» και χρησιμοποιείται ειδικά κατά την εμφάνισή τους στις διαδηλώσεις, αντί χειροκροτήματος. Θα αναλύσουμε το δεύτερο, αφού η γενικόλογη φύση του το κάνει καταλληλότερο για ένα άρθρο περί πολιτικής βίας.
Το «βία στη βία», που φωνάζει το συγκεκριμένο σύνθημα, δια-δηλώνει μια συμμετρία, όπου το κακό απαντιέται με το κακό, προφανώς για να το εξουδετερώσει και να επιτρέψει μετά το καλό να κυριαρχήσει (αφού δεν θα μένει άλλο κακό στον κόσμο). Επικαλείται, δηλαδή, τον πασίγνωστο μαθηματικό κανόνα όπου «δύο αρνήσεις κάνουν μια κατάφαση».
Χωρίς να θέλω να μπω στα χωράφια των μαθηματικών, νομίζω ότι ο προαναφερθείς κανόνας ισχύει υπό κάποιες προϋποθέσεις, είναι δηλαδή σχετικός. Παρόλα αυτά, το «βία στη βία της εξουσίας» εκφέρεται απόλυτα από τους αντι-βιαστές, σαν ο ύστατος και απόλυτος κανόνας που θα επαναφέρει τη συμπαντική τάξη και συμμετρία στον κόσμο των ανθρώπων, τον κυριαρχημένο από τη βία της εξουσίας, τον οποίο αυτοί με την αντι-βία τους θα τον φέρουν στα ίσα.
Εδώ, δεν θα καυτηριάσω τις μεσσιανικές φαντασιώσεις των αντι-βιαστών και τις χριστιανικές τους καταβολές, όπου Αυτοί, ως εκλεκτοί του Θεού, σκοπεύουν να σώσουν τους ανθρώπους από τη βία της εξουσίας (ή αλλιώς το Διάβολο), μιας και οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να τα καταφέρουν μόνοι τους, επειδή μάλλον είναι καταδικασμένοι από το προπατορικό αμάρτημα, το οποίο Αυτοί, οι εκλεκτοί, γλύτωσαν, από τη στιγμή που η Θεία Χάρις τούς ευλόγησε να γίνουν επαναστάτες, αντί να τελειώσουν την Οδοντιατρική.
Αντίθετα, θα συμφωνήσω υπέρ των πράξεων συμμετρίας και θα συμμεριστώ το σύνθημα «βία στη βία της εξουσίας», εφόσον αυτό υπόσχεται τάξη και αρμονία, δικαιοσύνη και ελευθερία, και όλα τα καλά, στον κόσμο των ανθρώπων.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, την πολλά υποσχόμενη συμμετρικότητα αυτού του συνθήματος στην πράξη.
Ο καταγωγικός προσδιορισμός της εξουσίας και το κατά πόσο αυτή επιβλήθηκε στους ανθρώπους από έξω (από κάποιον «καταραμένο όφη») ή υπήρξε προϊόν των ίδιων των ανθρώπων, μπορεί να μας εμπλέξει σε φιλοσοφικά ερωτήματα, του είδους αν έκανε η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα, που δεν είναι επί του παρόντος.
Ας μείνουμε στην «εξουσία» που ο πολύς κόσμος καταλαβαίνει ως τέτοια, δηλαδή μία κατάσταση ισχύος στην οποία βρίσκονται κάποιοι, είτε ως «λειτουργοί» της εξουσίας - όταν η εξουσία είναι δημόσια -, είτε ως ιδιοκτήτες της εξουσίας - όταν η εξουσία είναι μεν ιδιωτικής φύσεως, αλλά δημόσιας χρήσεως, (όπως όταν κάποιοι ιδιώτες έχουν στα χέρια τους τόσο μεγάλη ισχύ, που να επιβάλλονται στους υπόλοιπους, χωρίς να χρειάζονται κάποιο δημόσιο λειτούργημα).
Σε αυτές τις δύο χονδρικές μορφές εξουσίας, τη δημόσια και την ιδιωτικο-δημόσια, μπορούμε να παραθέσουμε μια σειρά από άλλες εξουσίες, κάθε φύσεως (από την εξουσία του γονιού πάνω στα παιδιά του, μέχρι της γκόμενας πάνω στον καψούρη της), αλλά θα μείνουμε σε αυτές τις δυο, μιας και το θέμα μας είναι η πολιτική βία, αυτή δηλαδή που ασκείται δημόσια.
Η ανάγκη συμμετρικού και αποτελεσματικού χτυπήματος στη βία της εξουσίας μάς αναγκάζει επίσης να είμαστε σύγχρονοι, να την εντοπίσουμε στη σημερινή εποχή, όπως αυτή, δηλαδή, μας «βιάζει» σήμερα και όχι όπως μας παλούκωνε επί τουρκοκρατίας ή μας έριχνε στα μπουντρούμια της ΕΑΤ/ΕΣΑ επί δικτατορίας. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι πολλοί από τους αντι-βιαστές αντιδρούν με καθυστερημένα αντανακλαστικά στην αλλαγή των εποχών και φέρονται ακόμη ως «ηρωικοί έγκλειστοι του Πολυτεχνείου», χωρίς να είναι πλέον περικυκλωμένοι από τανκς, αλλά από τις μποτιλιαρισμένες Πατησίων και Στουρνάρη.
Σήμερα, στην Ελλάδα, συμβαίνει να έχουμε το συνταγματικά κατοχυρωμένο πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Με όποιον ατελή τρόπο και αν αυτό λειτουργεί, παραμένει μια μορφή δημοκρατίας, η οποία διαφέρει ριζικά από τη δικτατορία, τη βασιλεία, τη φεουδαρχία κι άλλα αυταρχικά πολιτεύματα, που μαθαίνουμε στο σχολείο.
Στη κοινοβουλευτική δημοκρατία, οι δημόσιοι λειτουργοί της εξουσίας εκλέγονται από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων ή διορίζονται από τους εκλέκτορές της. Δεδομένου ότι και το ίδιο το σύνταγμα θα μπορούσε να αλλάξει, αν συμφωνούσαν τα δύο τρίτα των εκλεκτόρων, είναι εμφανές ότι η φύση της δημόσιας εξουσίας, όπως εφαρμόζεται στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, αποφασίζεται από την πλειοψηφία του λαού.
Ανάλογα, η βία που αυτή η εξουσία χρησιμοποιεί, για να επιβάλλει τις αποφάσεις της έχει τη σιωπηρή ή φωναχτή συγκατάθεση των πολλών, οι οποίοι κρίνουν τις πράξεις των δημόσιων εξουσιαστών τους και αποφασίζουν ανά τετραετία αν θα τους αλλάξουν ή αν θα τους κρατήσουν, και τι λογιών εξουσία επιθυμούν. Μυαλό έχουν και κρίνουν.
Μπορεί οι αποφάσεις της πλειοψηφίας να μη μας αρέσουν και να θεωρούμε την κρίση των πολλών καθοδηγημένη, ενώ αυτούς τους ίδιους ανόητους, αλλά, αυτοί τελικά αποφασίζουν, άρα αυτοί – οι πολλοί – είναι οι υπεύθυνοι για τη μορφή της δημόσιας εξουσίας σήμερα και της όποιας βίας αυτή χρησιμοποιεί.
Τώρα προκύπτει το εξής ερώτημα. Αν η βία της σημερινής εξουσίας μας ενοχλεί, τότε ποιους πρέπει να δείρουμε για αυτό; Αυτούς που την ασκούν ή αυτούς που τους εκλέγουν για να την ασκούν; Αν χτυπήσουμε τους πρώτους, οι άλλοι, απλά, θα τους αντικαταστήσουν. Άρα, πρέπει να στοχεύσουμε στους πολλούς, για να καταφέρουμε συμμετρικό χτύπημα στη βία της εξουσίας. Πώς όμως θα τους αντι-βιάσουμε όλους αυτούς;
Κανονικά, για να είμαστε συμμετρικοί, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια μέσα βίας που χρησιμοποιεί η εξουσία της πλειοψηφίας, δηλαδή, την αστυνομία και τη φυλακή. Οπότε, πρέπει να τους συλλάβουμε όλους και να τους κλείσουμε μέσα για βλακεία, ας πούμε, αφού οι ανόητες αποφάσεις τους βιάζουν την ύπαρξή μας, με το να εκλέγουν τους εξουσιαστές που εκλέγουν.
Όπως προκύπτει, λοιπόν, η μόνη αντι-βία στη βία της εξουσίας που στέκει σήμερα, είναι οι μαζικές συλλήψεις. Δεν ξέρω, βέβαια, πόσο πρακτικό θα ήταν κάτι τέτοιο. Πιθανόν πιο λογικό θα ήταν συνομιλήσουμε με τους πολλούς και να πείσουμε κάποιους από αυτούς για μια άλλη μορφή διακυβέρνησης, που δεν θα βασίζεται στη βία της εξουσίας, ας πούμε.
Το να πείσεις τον κόσμο υπέρ μιας ελευθεριακής κοινωνίας είναι για κάποιο λόγο τόσο δύσκολο που μοιάζει ακατόρθωτο και σχεδόν ουτοπικό, αλλά τουλάχιστον δεν είναι παρανοϊκό, όπως παρανοϊκά είναι τα τυφλά χτυπήματα ενάντια στους μπάτσους, ακόμη και οι εν ψυχρώ δολοφονίες τους, από κάποιους αντι-βιαστές, που νομίζουν ότι «καθαρίζοντας» δύο τρία «γουρούνια» (μπάτσους ή άλλους) θα αλλάξουν τον κόσμο.
Δυστυχώς ή ευτυχώς, τη μόνη πρακτική δυνατότητα που έχουμε στην εποχή μας για να αλλάξουμε τον κόσμο είναι η πειθώ. Αυτήν τη δυνατότητα χρησιμοποιούν συστηματικά οι άλλοι εξουσιαστές, οι ιδιωτικο-δημόσιοι, για να πείθουν τους πολλούς, ώστε να ψηφίζουν υπέρ των δικών τους συμφερόντων. Το καταφέρνουν εύκολα, ελέγχοντας τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας( ΜΜΕ), που είναι το κλειδί της κοινής γνώμης σήμερα, άρα το κλειδί της ισχύουσας δημοκρατίας.
Τα ΜΜΕ αποτελούν από μόνα τους μια «τέταρτη εξουσία», στην οποία είναι πλέον υπόλογες και οι τρεις εξουσίες, στις οποίες υποδιαιρείται η δημόσια εξουσία (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική). Τα ΜΜΕ έχουν αναδειχθεί στην εποχή μας στην εξουσία των εξουσιών κι έτσι κρατούν τα σκήπτρα της βίας της κάθε εξουσίας, ακόμη και τα σκήπτρα της ίδιας της αντι-βίας.
Οι αντι-βιαστές, με τα καψίματα, τα σπασίματα και τις δολοφονίες τους, παίζουν πρόθυμα το παιχνίδι των ΜΜΕ, και αυτά το δικό τους. Οι αντι-βιαστές διαφημίζουν δωρεάν τις εκδηλώσεις τους στα ΜΜΕ, ενώ παράλληλα τα τροφοδοτούν με το βίαιο θέαμα που αυτά έχουν ανάγκη για τα πρωτοσέλιδά τους και για τις έκτακτες συνδέσεις τους. Οι δύο μαζί σκορπίζουν τον τρόμο στους πολλούς, κάνοντάς τους ακόμη πιο πειθήνιους στις επιταγές του κατεστημένου.
Ειδικά τώρα, εν μέσω της οικονομικής κρίσης και της διάλυσης που αυτή απειλεί να φέρει στην κοινωνία, το κατεστημένο φαντάζει στον κόσμο η μόνη ρεαλιστική πολιτική δυνατότητα και μάλιστα σύγχρονη, συγκρινόμενη με τα παλαιολιθικά συνθήματα της αριστεράς. Ο φόβος της διάλυσης, που συσπειρώνει τους πολλούς γύρω από τους εξουσιαστές τους, επιτείνεται, εντωμεταξύ, από τα «αναρχικά έκτροπα» και την αριστερίστικη «τρομοκρατία», που πρόθυμα παρέχουν στα ΜΜΕ οι ματαιόδοξοι αντι-βιαστές, που φτάνουν ακόμη και να σκοτώσουν για να δημοσιευθεί μια μπροσούρα τους. Τόση φαντασία έχουν.
«Η φαντασία στην εξουσία» είναι ένα άλλο παλιό σύνθημα, που λίγοι όμως κατάλαβαν, αφού θέλει φαντασία να το καταλάβεις, ενώ το «βία στη βία της εξουσίας» φαίνεται να μην τη χρειάζεται. Το να χτυπάς τους μπάτσους ενώ θέλεις να χτυπήσεις την εξουσία, δεν θέλει και πολύ φαντασία. Μάλλον σημαίνει την παντελή έλλειψη φαντασίας, που μαζί με άλλες διανοητικές ελλείψεις, μαζί με την αμορφωσιά, την ασχετοσύνη και τα μετεφηβικά αδιέξοδα, καλλιεργούν το έδαφος για να ξεφυτρώνουν κάθε λίγο και λιγάκι καινούργιοι αντι-βιαστές, όλο και πιο βίαιοι, όλο και πιο απολίτικοι.
Η πολιτική αντι-βία για να είναι πολιτική και συμμετρική, ώστε να εξουδετερώσει τη βία της εξουσίας, πληρώνοντάς την με το ίδιο νόμισμα, θα πρέπει να τη χτυπήσει εκεί όπου αυτή εδράζεται σήμερα, δηλαδή στα ΜΜΕ. Προσοχή, αυτό δεν σημαίνει να πυροβολούμε δημοσιογράφους. Όπως είπαμε, θέλει λίγη φαντασία. Θέλει να βρούμε τρόπους διάδοσης εναλλακτικών ΜΜΕ, ώστε να αναπτύξουμε δικούς μας τρόπους επικοινωνίας και διαλόγου με τους πολλούς, για να τους πείσουμε για την εναλλακτική μας πρόταση (αν έχουμε).
Αντί να σκοτώνουμε, να σπάμε και να καίμε για να μας παίξουν τα κανάλια των εξουσιαστών, θα πρέπει να κάνουμε τα δικά μας κανάλια, τα δικά μας δίκτυα. Έτσι, θα χτυπήσουμε τα μέσα τους με τα μέσα μας και τη βία τους με την δική μας πολιτική αντι-βία, αρκεί να είναι πραγματικά αντι-βίαιη και πραγματικά πολιτική, δηλαδή, να προέρχεται από πολιτική σκέψη και να έχει πολιτική πρόταση.
Τότε, ναι, το «βία στη βία της εξουσίας» μπορεί να μας οδηγήσει κάπου. Τότε, ναι, η οργή μας για το καθεστώς μπορεί και να το γκρεμίσει. Τότε, ναι, από τη χρεωκοπία του μεταπολιτευτικού κατεστημένου, υπάρχει περίπτωση να βγούμε κερδισμένοι.
Tuesday, April 5, 2011
Έχετε γεια βρυσούλες ή αποχαιρετισμός στην Ελλάδα

Αφού βγήκαν διάφοροι και είπαν τα δικά τους για την «κρίση» στην Ελλάδα, ήρθε η ώρα να πω κι εγώ τη δική μου παπαριά, για να μην πάει η άμοιρη μητέρα-πατρίδα αδιάβαστη από ένα ακόμη ένδοξο τέκνο της, αφού όλα δείχνουν ότι αυτό ήταν, τα κακάρωσε.
Θα ξεκινήσω το αποχαιρετιστήριο μου σταχυολογώντας κάποιες αναμνήσεις από την εκλιπούσα.
Saturday, March 12, 2011
για τη μόδα που επικρατεί στο σινεμά τέχνης και όχι μόνο
Επειδή συχνά νιώθω μόνος στις διαπιστώσεις μου για τον χώρο του κινηματογράφου, χαίρομαι όταν ακούω κάποιον να τις μοιράζεται, από έναν άλλο χώρο, παραπλήσιο, όπως του θεάτρου.
Ακολουθούν αποσπάσματα από την οµιλία του Λετονού σκηνοθέτη Αλβις Χερµάνις στο 24ο συνέδριο της ∆ιεθνούς Ένωσης Κριτικών Θεάτρου στη Σόφια, το 2008, όπως τα αναδημοσίευσε ο Σαρηγιάννης στα Νέα:
«Ενας από τους λόγους που δέχτηκα να µιλήσω στο αποψινό κοινό ήταν η πεποίθησή µου ότι οι κριτικοί είναι εν πολλοίς υπεύθυνοι για την καλλιέργεια της επιθετικότητας στο θέατρο. Αυτό συµβαίνει επειδή πολλοί σκηνοθέτες δεν έχουν την απαιτούµενη ανεξαρτησία άποψης και το µόνο που κάνουν είναι να ακολουθούν τον συρµό. Και ο συρµός δηµιουργείται από τους κριτικούς των παραστάσεων. Κι εσείς είστε αυτοί που επινοήσατε την εξίσωση “σκανδαλώδης σκηνοθεσία” ίσον “επιτυχηµένος σκηνοθέτης”. Πώς αλλιώς µπορεί να κερδίσει κανείς την εύνοιά σας; Πώς να προκαλέσει την προσοχή σας αυτός ο δύστυχος ο σκηνοθέτης;
Αναµφισβήτητα, το δυσκολότερο πράγµα είναι να κάνεις θέατρο µε θετικό µήνυµα. Οι γερµανοί κριτικοί το αποκαλούν υποτιµητικά “θέατρο αναψυχής”. Και το δυσκολότερο εγχείρηµα είναι να κάνεις µια παράσταση σχετικά µε υγιείς, αρµονικούς και ευτυχισµένους ανθρώπους. Τεχνικά, είναι ένα εγχείρηµα που απαιτεί τον ύψιστο βαθµό επιδεξιότητας».
Προσυπογράφω και προσθέτω ότι, εκτός από τους κριτικούς, τις μόδες (συρμούς) τις δημιουργούν όλοι αυτοί που συμμετέχουν σε διάφορες επιτροπές (προκριματικές σε φεστιβάλ, κριτικές, χρηματοδοτικές, κλπ.) που επιλέγουν με παρόμοια κριτήρια, έτσι που φτάνει να βλέπεις ολόκληρη Μπερλινάλε μέσα στη δηθενιά, στην αρνητική κριτική και στο "πειραγμένο", όπου οτιδήποτε "πειραγμένο" είναι και καλλιτεχνικό, ενώ οτιδήποτε απλό και ανθρώπινο είναι αδιάφορο.
Monday, February 28, 2011
Thursday, February 10, 2011
το πρόβλημα βρίσκεται στο πολύ
Το πρόβλημα βρίσκεται στη διάθεση του πλεονάσματός μας. Τι θα κάνουμε όλη αυτή την ενέργεια που υπάρχει μέσα μας και θέλει να βγει προς τα έξω, να μεταφραστεί σε έργο, να πραγματοποιηθεί και να πραγματοποιήσει, να εκφραστεί και να «μεγαλουργήσει».
Αντί να εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτό το πρόβλημα, το πρόβλημα της μεγιστο-ποίησης, μέσω της διάθεσης του πλεονάσματος μας, συνεχίζουμε να θέτουμε σαν κέντρο της προβληματικής μας το ελάχιστο και την εξασφάλισή του.
Αυτό συνεπάγεται μια ατελείωτη γκρίνια, η οποία προκύπτει από την αμυντική, παθητική και τελικά αρνητική στάση απέναντι στο γίγνεσθαι, το οποίο μας ωθεί μπροστά – στο μέγιστο – ενώ εμείς κοιτάμε πίσω – στο ελάχιστο. Σαν να έχουμε ξεμείνει σε άλλες εποχές, που οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα – το ελάχιστο που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει, (το οποίο, όμως, όταν δεν το έχει, είναι για αυτόν το μέγιστο - μόνο που για εμάς πια δεν είναι).
Πρόκειται για μια μεγάλη καθυστέρηση της αντίληψης αυτού που συμβαίνει τώρα, λόγω της παγίδευσης της σκέψης σε παρελθόντα και ξεπερασμένα αντιληπτικά σχήματα. Έτσι, αυτό που θεωρείται πρωτοπορία (ή θεωρούταν) – όπως, η αριστερή πολιτική σκέψη, οι διάφορες κοινωνιολογικές και ψυχαναλυτικές σχολές ή οι «ρηξικέλευθες» καλλιτεχνικές προτάσεις-, συνεχίζουν να ποντάρουν με αξιοσημείωτο μαζοχισμό στο κλάμα και στον οδυρμό, στην καταστροφή και στη διάλυση (ή αποδόμηση).
Οι αποκαλούμενες "πρωτοπορίες" κάνουν σημαία ό,τι προβληματικό υπάρχει, (όπως υπάρχει ακόμη και πείνα, σε μερικά μέρη), καθηλώνοντάς μας στο πρόβλημα, αντί να μας ωθούν στη λύση. Ένα ξεφύλλισμα του καταλόγου των ταινιών, για παράδειγμα, της Μπερλινάλε, αρκεί να καταλάβεις ότι η προκρινόμενη θεματική είναι αυτή που σπεκουλάρει πάνω σε σε ό,τι πιο "μαύρο" υπάρχει.
Όχι ότι πρέπει να αγνοούμε τις ανάγκες του ελάχιστου και τα δράματά του, αλλά δεν μπορεί αυτό να αποτελεί στόχο μας και να απορροφά όλη μας την προσοχή, πέρα από αυτή που χρειάζεται για την πρόνοια και τη φροντίδα του.
Στόχος σημαίνει κατεύθυνση και εστίαση. Δεν γίνεται να εστιάζουμε στο λίγο, διότι έτσι μας διαφεύγει το πολύ. Βάζοντας ως στόχο την πείνα, ας πούμε, ή τις διάφορες ταλαιπωρημένες μειονότητες, μας διαφεύγει η κρισιμότητα της κατάστασης του περισσότερου κόσμου, που ασφυκτιεί από τη στενότητα των μέσων διάθεσης του πλεονάσμάτός του, ενώ αυτό μέσα του πλημμυρίζει.
Τα ψυχολογικά προβλήματα - που προκύπτουν από αυτήν την αναντιστοιχία του μέσα και του έξω - και ακυρώνουν ζωές, είναι η "νέα πείνα" που φωνάζει, αλλά εμείς δεν της δίνουμε προσοχή, αποκρύβοντάς την πίσω από πόρτες ψυχολόγων, ξαπλώνοντας τη σε καναπέδες ψυχαναλυτών, στέλνοντας τη σε θεραπευτικά κέντρα ή άσραμ της Ινδίας και στο τέλος, όταν τίποτε από αυτά δεν βοηθάει, την αποστομώνουμε με ψυχοτρόπα φάρμακα και «ουσίες».
Η βουβή οδύνη του ατόμου σήμερα (και πάντα) προέρχεται από την ανάγκη του για χαρά και όχι από την έφεσή του στον πόνο. Η σπέκουλα πάνω στον πόνο και στη μιζέρια μπορεί να χειροκροτείται από καλλιτεχνικές επιτροπές, κλειστές συνεδριάσεις και περιθωριακά κινήματα, αλλά αφήνει τον κόσμο αδιάφορο και μόνο, έρμαιο του «φτηνού» θετικισμού του αμερικάνικου καπιταλισμού και των συνταγογραφημένων χάπυ εντ του Χόλιγουντ.
Αν θέλουμε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες του κόσμου μας και του εαυτού μας - ως αναπόσπαστο μέρος του κόσμου που ζούμε - χρειάζεται επειγόντως μια «αλλαγή γωνίας» στον τρόπο θέασης των πραγμάτων, και αντί να κοιτάμε προς τα πίσω (στο ελάχιστο, στο κατώτερο, στο αρνητικό), να κοιτάμε προς τα μπροστά, (στο μέγιστο, στο ανώτερο, στο θετικό), ψάχνοντας τον τρόπο που το πλεόνασμα ενέργειας που διαθέτουμε να μπορέσει να γίνει έργο.
Saturday, February 6, 2010
περί ψυχής
Οπότε συμπεραίνω ότι:
«Γενικά, όσα ονομάζουμε ψυχολογικά προβλήματα δεν είναι παρά οξείς ενοχλήσεις της ψυχής, σαν ενότητας, από διαχωριστικές πράξεις και διασπαστικά βιώματά μας. Ενοχλήσεις που δεν τις εισακούσαμε και δεν τις σχετίσαμε, μέσω της συνείδησης, με τον λόγο, ώστε να τις δώσουμε έκφραση και διέξοδο.»
Και προτείνω να δώσουμε λόγο στα συναισθήματά μας, διότι μέσω αυτών η ψυχή, ως ενότητα, μας ειδοποιεί αν είμαστε σε επαφή με το είναι μας (συναισθήματα ευφορίας) ή μακριά από αυτό (συναισθήματα δυσφορίας), διότι:
«Αν κωφεύουμε στα συναισθήματά μας, μη υπακούοντας στις εντολές τους, από κάποιο τραυματικό ψυχαναγκασμό, ή μη εκφράζοντάς τα, από κάποιο εξωτερικό καταναγκασμό, τότε, αυτά αντιδρούν ανάλογα με την πίεση που δέχονται. Άλλοτε πλημμυρίζουν και μας πνίγουν σε μια αδιέξοδη θλίψη (κατάθλιψη) ή σε μια βασανιστική υπερδιέγερση (μανία). Άλλοτε κλιμακώνονται σε εσωτερική κραυγή, που αν δεν την εκφράσουμε εκρήγνυται διαλύοντας το λογικό μας (παράνοια ή σχιζοφρένεια).»
Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται απλουστευτικά σε κάποιον που έχει ειδικευθεί στις ψυχολογικές παθήσεις, αλλά καμιά φορά η απλοποίηση φανερώνει το αδρό σχέδιο πάνω στο οποίο πλέκονται και μπλέκονται τα συναισθήματά μας.
Sunday, January 31, 2010
ανάλυση & σύνθεση στο δράμα
Στη συγκεκριμένη ταινία η διαφορά των δύο καταστάσεων, της σύνθεσης και της ανάλυσης, ήταν πολύ εμφανής, με τη συνθετική κατάσταση να παρουσιάζεται εντελώς σχηματικά. Η ταινία ήταν χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο πρώτο, η παρέα είναι μια χαρά και οδηγείται στη «σύνθεση» της εκδρομής της σαχλαμαρίζοντας. Στο δεύτερο, η παρέα αποδομείται αναγκασμένη να περάσει στην ανάλυση, λόγω της εξαφάνισης της καλεσμένης στην παρέα Έλλης, που τους κάνει να «ψάχνονται».
Η αναλυτική φάση παρουσιαζόταν με ιδιαίτερη εμβρίθεια και με όλη τη σοβαρότητα της αποκάλυψης της αλήθειας, ενώ η συνθετική είχε το σχήμα της επιφανειακότητας, λες και το μόνο έχει βάθος στη ζωή (και στο δράμα) είναι να ξεκοιλιαζόμαστε για να βγάλουμε τα άπλυτά μας στη φόρα. Έκτοτε, παρατήρησα το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται σε πολλά έργα, (με πρόσφατο το θεατρικό «Πάκμαν» που είδα χθες - κατά τα άλλα εξαιρετικό), τα οποία φέρουν τη σφραγίδα του ποιοτικού, και ενίοτε του σοβαρού.
Το μοτίβο είναι να παρουσιάζεται μια κατάσταση όπως είναι συντεθειμένη στην καθημερινότητα και μετά να γίνεται κουρέλια, για να βγει στη φόρα η κρυμμένη της αλήθεια. Εκεί το έργο σταματάει, πέφτει η αυλαία και το ακροατήριο χειροκροτεί.
Πρόκειται προφανώς για μια πρώτη ανάγνωση της αλήθειας, γιατί αν μείνουμε σε αυτήν, τότε δεν μας σώζει τίποτε. Η ζωή σώζεται από συνθέσεις που ξεπερνούν κάθε ανάλυση, από δημιουργίες που αγνοούν κάθε κριτική, και από έρωτες που παραβλέπουν ατέλειες.
Sunday, January 24, 2010
διαπροσωπικές υπερεντάσεις
Το μεγαλύτερο μέρος των συζητήσεων που ακούω, όταν δεν αφορά πρακτικές διευθετήσεις (τι θα φάμε σήμερα, ποιος θα πάει στη λαϊκή και πότε θα βάψουμε τα κάγκελα), έχει να κάνει με το σχολιασμό του άμεσου περίγυρού μας (γιατί ο τάδε έκανε αυτό, γιατί ο δείνα είπε τούτο και γιατί εγώ τα μπέρδεψα), λες και ο ευρύτερος κατευθύνεται από έναν αυτόματο πιλότο, για τον οποίο δεν μας πέφτει λόγος.
Καμιά φορά λέω, ναι, καλύτερα να ακούω σχόλια πάνω σε κάτι άμεσο και απτό, παρά μεγαλοστομίες ημιμαθών που αραδιάζουν τσιτάτα ιδεολογικοποιώντας το παραμικρό, όπως συνέβαινε μεταπολιτευτικά. Ως πότε, όμως, θα πρέπει να πληρώνουμε την υπερβολή του μεγάλου με την υπερβολή του μικρού;
Δεν υποτιμώ το μικρό, ούτε ενίσταμαι για την προσωπική βάση των συζητήσεων. Αντίθετα, πιστεύω ότι πρέπει να μιλάμε «επί προσωπικού» ακόμη και για τα μεγαλύτερα θέματα, συνδέοντας το γενικό με αυτό που μας συμβαίνει προσωπικά.
Η αποσύνδεση είναι το πρόβλημα. Η αποσύνδεση του μικρού από το μεγάλο, και του μεγάλου από το μικρό. Αυτή προκαλεί την υπερφόρτιση του ιδιωτικού σήμερα και οδηγεί σε διαπροσωπικές υπερεντάσεις, που δύσκολα λύνονται αποσυνδεδεμένες από την αναφορά μας σε Αυτό, στο Γενικό όλων, μικρών και μεγάλων.
Saturday, January 16, 2010
άνθρωποι και βελανίδια
Είχαμε πάει στο δάσος Gruenewald μια βόλτα με τη Ματίλντα την εποχή που οι βελανιδιές ρίχνουν τα βελανίδια τους, κι αφού έφαγα ένα στο κεφάλι, έσκυψα και είδα το έδαφος στρωμένο με τα σπέρματα του δέντρου που προσπαθούσαν να ριζώσουν στη μήτρα της γης. Οι πιθανότητες που είχε το καθένα ήταν απειροελάχιστες, όπως και οι πιθανότητες της βελανιδιάς να γεννήσει το βελανιδάκι της. Όμως αυτή σκόρπαγε αφειδώς στη γη τους καρπούς της, που έναν ολόκληρο χρόνο τους ετοίμαζε με υπομονή.
Η γενναιόδωρη εκπομπή σημάτων της βελανιδιάς στον πιθανό φορέα διάδοσης της «βελανιδοσύνης» της, (στην εύφορη γη), εγγράφηκε μέσα μου σαν κανόνας της φύσης, τον οποίο ασυνείδητα όλοι ακολουθούμε και στον οποίον ενσυνείδητα πλέον ανατρέχω όταν τα πράγματα δεν είναι εύκολα για τη διάδοση της «Στρατος-ύνης» μου.
Όλοι εκπέμπουμε σήματα στο άγνωστο με την ευχή να παραληφθούν από κάποιους και να γονιμοποιηθούν με την αποδοχή τους. Ανεξάρτητα αν τα σήματα αυτά είναι ερωτικής, δημιουργικής, επαγγελματικής ή άλλης φύσης, σηματοδοτούν την ανάγκη μεταφοράς στον άλλον της επεξεργασμένης πληροφορίας της ύπαρξης του καθενός μας,(ο καθένας και το βελανίδι του).
Το έδαφος μπορεί να μην είναι πάντα εύφορο και οι πιθανοί παραλήπτες μας να απουσιάζουν ή να έχουν αλλάξει διεύθυνση, αλλά εμείς δεν μπορούμε παρά να εκπέμπουμε.Να βγαίνουμε έξω, να φλερτάρουμε, να υποβάλουμε αιτήσεις, να κάνουμε προτάσεις, να πηγαίνουμε στις οντισιόν, να ξεκινάμε ταινίες και να γράφουμε χωρίς να ξέρουμε αν θα διαβαστούμε ή αν θα γίνουμε αποδεχτοί.
Sunday, January 10, 2010
ο μικρός, δικός μας κόσμος
Το τρένο (Regional Βahn) για το αεροδρόμιο είχε καθυστέρηση και πηγαινοερχόμουν στην αποβάθρα του σταθμού (Alexander Platz), ανάμεσα στον κόσμο που περίμενε. Δεν είχα τι να κάνω, ποιόν να πάρω τηλέφωνο ή κάτι να διαβάσω, εκείνη την ώρα. Μέσα σε αυτό το «κενό δράσης» παρατήρησα τους άλλους γύρω μου και τότε έκανα τη διαπίστωση ότι μού ήταν παντελώς αδιάφοροι.
Εγώ που μιλάω για τον κόσμο και αναφέρομαι στον άνθρωπο γενικά, δεν έδινα δεκάρα για τους ανθρώπους γύρω μου. Αυτοί, αδιάφοροι επίσης για μένα, βρίσκονταν ο καθένας στον δικό του κόσμο. Φαντάζομαι ότι θα σκεφτόταν, όπως και εγώ, τα δικά τους, τους δικούς τους ανθρώπους, αυτούς που άφηναν για να ταξιδέψουν, αυτούς που πήγαιναν να συναντήσουν, τι τους είπε ο τάδε και τι θα κάνουν με τον δείνα.
Δεν ξέρω πόσους ανθρώπους μπορεί να κουβαλάει ο καθένας στις «αποσκευές» του, σαν αυτούς με τους οποίους ασχολείται προσωπικά, αλλά φαντάζομαι ότι δεν θα είναι πολλοί. Μπορεί, μάλιστα, ο εγκέφαλος μας να έχει μια συγκεκριμμένη χωρητικότητα των ατόμων με τους οποίους μπορεί να απασχολεί τη μνήμη του. Ανάλογο βαθμό κορεσμού πρέπει να έχουν και τα συναισθήματά μας, που δεν μπορούν να επενδύονται στον πάσα ένα.
Όλο αυτό μου έδωσε την εικόνα του χωριού ή της φυλής, την εικόνα ενός μικρού κόσμου που μας περιβάλλει, του δικού μας κόσμου, αυτού που κουβαλάμε μαζί μας όπου κι αν πάμε, έστω κι αν είμαστε οι πλέον ταξιδιάρηδες και κοσμοπολίτες της γης ή αν εκφωνούμε λόγο στον ΟΗΕ εν ονόματι της ανθρωπότητας.
Αυτός ο μικρός κόσμος είμαστε εμείς, είμαστε δικοί του και είναι δικός μας, σαν να είμαστε με κάποιο τρόπο ταυτισμένοι μαζί του. Μπορεί η σύνθεσή του να αλλάζει κατά καιρούς, αλλά το γεγονός της ταυτοτικής μας εξάρτησης από έναν τέτοιο κόσμο παραμένει αναλλοίωτο. Αυτό μπορεί να το καταλάβει κάποιος που έχει αλλάξει αρκετά περιβάλλοντα και έχει κάνει μερικές μεταναστεύσεις. Από ένα σημείο και μετά δεν μπορείς να αλλάζεις, αλλά έχεις ανάγκη από κάποιους δικούς σου ανθρώπους, κάποιους με τους οποίους θα ταυτιστείς στον ρου της ιστορίας, κάποιους που θα αγαπήσεις και θα μισήσεις, κάποιους που θα συνεργαστείς ή θα τσακωθείς.
(Η ταυτοτική μας εξάρτηση από τον μικρό, δικό μας κόσμο μπορεί να εξηγήσει και γιατί ένας δραπέτης δεν θα πάει πάρα πολύ μακριά, αλλά θα γυρίσει κάποια στιγμή στους δικούς του ανθρώπους, όπου συνήθως του την έχουν στημένη οι διώκτες του.)
Η διαπίστωσή μου στην αποβάθρα του σταθμού που περίμενα, δεν με έκανε να νιώσω ότι δεν μπορώ να μιλάω για τον άνθρωπο γενικά, αλλά με έκανε να δώσω βάση στον μικρό, δικό μου κόσμο, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τον μικρό κόσμο του καθένα.
Wednesday, January 6, 2010
φιλοσοφία ή θάνατος
Το σημαντικό στη ζωή δεν το ψάχνω στα βιβλία, αλλά μέσα στον ίδιο μου τον εαυτό και στα βιώματά μου. Απλά, η σύνδεση που βρίσκω ανάμεσα σε εμένα (και τα βιώματά μου) με το Όλον, στο οποίο όλοι ανήκουμε, με οδηγεί να χρησιμοποιήσω γενικές έννοιες, όπως αυτές των βιβλίων της φιλοσοφίας.
Η σύνδεσή μου με το Όλον με συνδέει και με τον καθένα, έτσι που να θεωρώ τον εαυτό μου μέρος ενός συνόλου και να μην αγωνιώ τόσο πολύ για τον θάνατό μου, αφού έχω αίσθηση της συνέχειας της ύπαρξής μου μέσα από τις υπάρξεις των άλλων.
Η συνέχειά μου με τους άλλους με ωθεί να μοιραστώ μαζί τους τα κατ’εμέ ευρήματα της φιλοσοφικής μου σκέψης, ως ότι πιο σημαντικό έχω να πω. Η ανάγκη του μοιράσματος (ή, αλλιώς, ο φόβος του θανάτου) με έκαναν να γράψω πρόσφατα μια σύνοψη σχετικά με την εξέλιξή μας και να την αναρτήσω στο μπλογκ: Συνόψεις Φιλοσοφίας.
(Αν και είχα κατά νου να μη χρησιμοποιήσω "δύσκολη γλώσσα" στη σύνοψή μου, δεν μπόρεσα να αποφύγω τη χρήση εννοιών που θέλουν μια κάποια προπαίδεια.)
Thursday, December 31, 2009
σκυμμένοι στον χρόνο
Με προτεταμένο το μέτωπο σκύβω μπροστά το κεφάλι και εφορμώ κατακούτελα στα 24ωρα να τα νικήσω, να μην παρασυρθώ από τη ροή τους, να μην περάσουν οι ώρες χωρίς να έχω κάνει κάτι που θα κεφαλαιοποιεί τη μέρα μου, ώστε στο μέλλον να απολαύσω μαζεμένα όσα στερούμαι τώρα.
Μόνο που το μέλλον δεν έρχεται ποτέ, αφού το μέλλον είναι αυτό ακριβώς που λέει: μέλλον = ένα διαρκές μετά, στο οποίο δεν φτάνω ποτέ.
Έτσι όπως είμαι σκυμμένος δεν αντιλαμβάνομαι ότι δεν φτάνω πουθενά και συνεχίζω να διασχίζω τις ώρες κοιτάζοντας μόνο μπροστά, σαν άλογο με παρωπίδες, ζεμένο στο αλώνι του χρόνου, να αλωνίζω ξένα στάχυα.
Υπάρχουν, όμως, κάποιες στιγμές που σηκώνω το κεφάλι, στιγμές υπέροχες που κατακλύζουν το πεδίο μου και με αναγκάζουν να σταματήσω. Τότε, στιγμιαία, νιώθω ότι έχω φτάσει, ότι είμαι εκεί που ήθελα πάντα να είμαι.
Άλλες φορές είναι το χιόνι που πέφτει ή κάποιο δειλινό σε μια παραλία, άλλες φορές ένας ήσυχος δρόμος τα ξημερώματα ή ένα ξέφωτο στο δάσος, άλλες το παιδί μου ή μια καλή παρέα, και σχεδόν πάντα η ερωτική σύγκλιση όταν συμβαίνει, που μου χαρίζουν αυτές τις στιγμές.
Εύχομαι πολλές ανάλογες στιγμές σε όλους που διασχίζουν σαν κι εμένα σκυμμένοι τον χρόνο, όποιο περιεχόμενο κι αν τις δίνουν, αρκεί να τους χαρίζουν τη λύτρωση από το μέλλον, με ένα παρόν που έχει όλα όσα θέλουν, έστω για λίγο.
Saturday, December 26, 2009
μία αγκαλιά
Όσα θέλω να κάνω δεν έχουν νόημα αν δεν μου ανοίγουν τα χέρια αυτής της αγκαλιάς, δεν έχουν αξία αν δεν συνεισφέρουν στο ναό της αγάπης που φτιάχνουν τα αγκαλιασμένα μας σώματα.
Μια αγκαλιά που να περικλείει ό,τι δικό μας δεν μπορεί να χωρέσει αλλού, ό,τι μυστικό δεν μπορούμε να μοιραστούμε παρά μόνον αγκαλιασμένοι.
Μια αγκαλιά που να απορροφάει όλο μας το είναι, έτσι που τίποτε να μην μας περισσεύει, τίποτε να μην εξέχει, και να είμαστε οι δυο ένας κύκλος. Δύο μισά που ενώθηκαν σε ένα όλο. Η πλήρης αποδοχή του ενός προς τον άλλο.
Ναι, δεν χρειάζεται να προσπαθήσω για τίποτε περισσότερο. Στην αγκαλιά σου όλα έχουν γίνει έτσι όπως πρέπει.
Monday, December 21, 2009
Η αρχή του να νιώθεις καλά.
Η αρχή του να νιώθεις καλά ή the feel-good principle - όπως τη λέω στα αγγλικά, διεθνοποιώντας την – είναι απλή, αλλά την ίδια στιγμή σύνθετη. Η «συνθετότητά» της οφείλεται πρωταρχικά στο ότι για να νιώσεις καλά απαιτείται η σύνθεση του εγώ σου με ένα άλλο εγώ ή με κάτι άλλο, με το οποίο συν-τιθέμενος εισπράττεις την ευφορία της ενότητας.
Εμείς από μόνοι μας και ξεκομμένοι, δεν μπορούμε να εισπράξουμε αυτό το αίσθημα. Ακόμη και στην περίπτωση των ναρκωτικών, μεσολαβεί η ένωση του χρήστη με κάτι άλλο, με τη ναρκωτική ουσία, για να νιώσει καλά. Δεν νιώθει καλά από μόνος του. Μάλλον, νιώθει χάλια.
Από μόνοι μας, βέβαια, μπορούμε να υποπτευθούμε το αίσθημα της ευφορίας προεισπράττοντάς το με τη φαντασία μας, που θα μας κινητοποιήσει προς τα εκεί που φανταζόμαστε ότι θα νιώσουμε καλά.
Το σώμα μας έχει την ευφορική προδιάθεση μέσα του και διαθέτει ουσίες «μεθυστικές» που το ωθούν στη μέθεξή του με ό,τι θα του δώσει το αίσθημα της ευφορίας. Αν η μέθεξή μας, μάλιστα, παράγει και κάτι, όπως κάποιο παιδί ή κάποιο έργο ή κάτι τι άλλο που μορφοποιεί το προϊόν της ένωσής μας, τότε η σύνδεση το εγώ μας αποκτάει διάρκεια.
Στην περίπτωση των παιδιών, το γονεϊκό εγώ μπορεί να φτάσει και στην αυταπάρνηση, θέτοντας το καλό των παιδιών πάνω από το δικό του. Ανάλογες περιπτώσεις πρόκρισης του καλού κάποιου άλλου ή του γενικού καλού έναντι του δικού μας δείχνουν τη στενή εξάρτηση της δικής μας ευτυχίας με την ευτυχία πέρα από εμάς.
Γι’ αυτό, την ίδια στιγμή που μπορεί να ακούγεται εγωιστικό να λες ότι αυτό που θέλεις είναι να νιώθεις καλά, δεν είναι καθόλου.
Friday, December 18, 2009
εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις
Ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης σε εσωτερική ή εξωτερική δεν σημαίνει ότι αυτή είναι μόνο το ένα ή το άλλο, αφού καμία σχέση δεν μπορεί να είναι αμιγής και ξεκομμένη από το έξω ή από το μέσα. Η εσωτερική σχέση έχει ανάγκη το έξω για να εκδηλωθεί και η εξωτερική έχει ανάγκη το μέσα (τη συγκατάθεση του υποκειμένου) για να υπάρξει.
Αυτό που χαρακτηρίζει μια σχέση εσωτερική ή εξωτερική εξαρτάται κάθε φορά από το τι είναι καθοριστικό στη διαμόρφωσή της. Αν η σχέση ξεκινάει από μέσα μας, από μια εσωτερική μας δια-θεση που βγαίνει προς τα έξω για να πάρει θέση, να εκφραστεί θαρραλέα και να σχετιστεί ειλικρινά, (διακινδυνεύοντας την απόρριψη), τότε χαρακτηρίζεται ως εσωτερική. Αν μάς επιβάλλεται από έξω, ως θέση ζητούμενη από τους άλλους, την οποία εμείς υιοθετούμε φερόμενοι και σχετιζόμενοι σύμφωνα με αυτήν, (για να έχουμε την αποδοχή τους), τότε χαρακτηρίζεται ως εξωτερική.
Η εσωτερικότητα συνεπάγεται την αυθεντικότητα της έκφρασης, με όποιο κίνδυνο μπορεί να σημαίνει για το άτομο που εκφράζεται ειλικρινά, αλλά αν αυτό καταφέρει και σχετιστεί επιτυχώς, σύμφωνα με τα ειλικρινή του ζητούμενα, τότε συντελεί στην παραγωγή καθαρών μορφών.
Η εξωτερικότητα συντελεί στην αναπαραγωγή ψευδεπίγραφων μορφών, χωρίς αλήθεια και αυθεντικότητα. Τη μετέρχονται άτομα υποταγμένα και δειλά, τα οποία παρόλα αυτά μπορεί να είναι «καταξιωμένα», λόγω της εύκολης αποδοχής που τους εξασφαλίζει η μίμηση των κοινωνικών προτύπων.
Γι’ αυτό, το κριτήριο της εσωτερικότητας ή εξωτερικότητας είναι σημαντικό για τη σωστή εκτίμηση ή αποτίμηση του άλλου, πέρα από την κοινωνική του θέση και αποδοχή.
Στη δραματική τέχνη, όταν λέμε ότι ένας ηθοποιός "παίζει εξωτερικά" εννοούμε ότι ερμηνεύει επιδερμικά τον ρόλο του, χρησιμοποιώντας μια επιφανειακή μιμητική, με συσπάσεις μυών, χειρονομίες και εκφορά του λόγου χωρίς εσωτερική αίσθηση του ρόλου, δηλαδή χωρίς την προσωπική του συμμετοχή στο δράμα και χωρίς συναίσθηση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο χαρακτήρας που ερμηνεύει. Απλά μιμείται εξωτερικά χαρακτηριστικά της κατάστασης και έτσι δεν μας μεταφέρει τίποτε από την αλήθεια της. Συνήθως αυτό γίνεται αντιληπτό από τον μέσο θεατή, αλλά αν ο ηθοποιός είναι επιτήδειος μπορεί να μας ξεγελάσει. Το αν θα το καταλάβουμε ή όχι, έχει να κάνει με το αν έχουμε αναπτύξει τη δική μας εσωτερικότητα θέτοντας συνειδητά το αίτημα της αυθεντικότητας στους εαυτούς μας, άρα και στους άλλους.
Tuesday, December 15, 2009
ο τρόπος που μεγαλώνουμε
Στην ουσία υπάρχουν δύο σχολές.
Η μια θεωρεί ότι κατέχει το σωστό και είναι αποφασισμένη να το περάσει στα παιδιά βάζοντάς τα να αποστηθίσουν τα διδάγματά της, δηλαδή επιβάλλοντάς τους το από έξω. Εγώ τη λέω εξωτερική σχολή ή σχολή επιβολής της εξωτερικότητας. Αυτή η σχολή είναι στηριγμένη σε πατριαρχικές, θρησκευτικές πατέντες, όπου το σωστό μάς έρχεται από έξω, με τη μορφή εντολών του Θεού. Μια τέτοια σχολή είναι καθαρά η ελληνική.
Η άλλη λέει ότι το σωστό είναι κάτι που το ψάχνουμε, και έτσι καλλιεργεί στα παιδιά τη δική τους ερευνητική ικανότητα, δίνοντας τους απλά τα μέσα και ένα γενικό πλαίσιο έρευνας και διατύπωσης των δικών τους ιδεών. Αυτή είναι η εσωτερική σχολή και αποτελεί προϊόν των κινημάτων αμφισβήτησης, που έλαβαν χώρα σε Ευρώπη και Αμερική καταφέρνοντας να σπάσουν τα "πατριαρχικά" στεγανά σε κάποιους τομείς.
Ο τρόπος που αντιλαμβάνονται την εκπαίδευση οι δύο σχολές είναι διαφορετικός.
Η εξωτερική θεωρεί ότι το παιδί δεν έχει μια δική του, εσωτερική τάση για γνώση και μάθηση, νομίζει ότι είναι εκ προοιμίου «κοπάνας», και το κυνηγάει να στρωθεί στο διάβασμα και να γίνει σωστός άνθρωπος. (Ο προπατορικά αμαρτωλός άνθρωπος που πρέπει να φάει όλη τη ζωή του για να αποδείξει ότι δεν είναι κτήνος.)
Η εσωτερική εμπιστεύεται το παιδί, ακούει τις ανάγκες του και ανταποκρίνεται σε αυτές, δίνοντάς του όσα ζητάει να μάθει όταν έρθει η ώρα του, χωρίς να τρέχει από πίσω του για να του ταΐσει την προπαίδεια με το ζόρι. Αυτή η μέθοδος εκτός ότι καλλιεργεί μια σχέση εμπιστοσύνης και πίστης του παιδιού στον εαυτό του, κάνει τη γνώση δική του υπόθεση επιτρέποντας του μια σχέση ουσιαστική με τα πράγματα.
Η εξωτερική μέθοδος κατευθύνει το παιδί σε μια σχέση επιφανειακή με τον κόσμο και με τον εαυτό του, αναγκάζοντάς το να μιμείται πρότυπα που δεν είναι δικά του, να γίνεται σαν τους γονείς του, να μην εξελίσσεται και απλά να γκρινιάζει που δεν του βγαίνει όλο αυτό σε καλό, αφού για το καλό του υποτίθεται έπρεπε να τα κάνει όλα αυτά που του λέγανε.
Saturday, December 12, 2009
Εμείς οι δύο, πέρα από εμένα και εσένα.
Αυτό το «εμείς» φτιάχνεται από ό,τι του δίνουμε. Όσα περισσότερα του δίνουμε, τόσο πιο πλούσιο. Όσα λιγότερα, τόσο πιο φτωχό. Άλλες φορές είναι ισχυρό και μακροημερεύει, άλλες φορές καχεκτικό και πεθαίνει. Μπορεί να του συμβούν διάφορα, άλλα ατυχή και άλλα ευτυχή, άλλα να το καταδικάσουν σε πρόωρο θάνατο και άλλα να το προικίσουν πλουσιοπάροχα, ακόμη και με απογόνους.
Κάποιοι δεν καταλαβαίνουν ότι αυτό το «εμείς», το εμείς του ερωτικού ζεύγους, δεν είναι αποτέλεσμα της πρόσθεσης δύο «εγώ», του δικού τους και του άλλου, αλλά προϊόν της σύνθεσής τους. Αυτοί, ακόμη και όταν κάνουν έρωτα, επιμένουν στις δικές τους συνήθειες, και δεν συμμετέχουν ουσιαστικά στην υπέρτατη πράξη του ζεύγους, στην ερωτική, όπου το κάθε ζευγάρι συνθέτει τον δικό του τρόπο.
Όταν αναφέρομαι στο ερωτικό ζευγάρι, δεν εννοώ αναγκαστικά αυτό που θα ζήσει μαζί. Ένα ζευγάρι μπορεί να υπάρξει μόνο για μια νύχτα, αλλά για να υπάρξει (συν)ουσιαστικά πρέπει οι δύο που το φτιάχνουν να ανοιχτούν ο ένας στον άλλο και να μη μείνουν στο εγώ τους. Βέβαια, αν αυτό συμβεί το πιο πιθανό είναι να ξανασυναντηθούν, (εκτός αν υπάρχουν άλλα εμπόδια).
Έχουν ειπωθεί πολλά για την ερωτική φύση του ανθρώπου, για το αν είναι πολυγαμική ή μονογαμική. Εγώ αναρωτιέμαι αν μπορεί να υπάρξει αυτό το δημιουργικό και ποιητικό «εμείς» με άλλη μορφή από αυτήν του ζεύγους, από αυτήν των δύο ατόμων που θα ενωθούν ξεπερνώντας το εγώ τους με την αυτοϋπέρβαση που τους δίνει ο έρωτας .
Wednesday, December 9, 2009
η ιστορική μοναξιά κ το χριστουγεννιάτικο τραπέζι
Θέλω να επισημάνω κάποια για την οποία δεν έχω ακούσει πολλά, αν και τη ζούμε όλοι στον «δυτικό κόσμο», την ιστορική μοναξιά. Εννοώ τη μοναξιά που οφείλεται σε ιστορικούς λόγους και ειδικά σε αυτούς που διαμόρφωσαν τις σύγχρονες κοινωνίες έτσι όπως τις έχουν διαμορφώσει.
Ο λεγόμενος δυτικός ή αναπτυγμένος κόσμος βασίστηκε στις αρχές της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης για να ξεφύγει από Πάπες και Βασιλιάδες, και να πει δύο τρεις επιστημονικές αλήθειες χωρίς να φοβάται ότι θα πάει στην κόλαση ή θα του κόψει το κεφάλι καμιά Ιερά Εξέταση. Έτσι η επιστήμη έφερε την ανάπτυξη, η ελευθερία την ανεξαρτησία και μετά …τη μοναξιά.
Το πρόβλημα με την ελευθερία «δυτικού τύπου» βρίσκεται στο ότι απευθύνεται καθαρά στο εγώ - είτε στο εγώ του ατόμου μεμονωμένα, είτε στο εγώ του ανθρώπου συνολικά - και το ενισχύει θέλοντας να του εμφυσήσει δύναμη ανεξαρτησίας από τους δεσπότες του, και καλά κάνει, αλλά δεν το συνδέει με τίποτε άλλο, με καμία άλλη αξία πέρα από τον εαυτό του, πριμοδοτώντας τελικά τον εγωισμό. Έτσι, το αποσυνδεδεμένο εγώ τού σύγχρονου ανθρώπου διαχέεται μέσα στην κοινωνία σαν γενικευμένος εγωισμός σκορπώντας παντού τη μοναξιά.
Η ιστορική μοναξιά δεν είναι ίδιον κάποιων ατόμων που δεν κατάφεραν ή δεν θέλησαν να ενταχθούν σε κάποιο σχήμα (ζεύγος, οικογένεια, σόι, παρέα, ομάδα, κόμμα), είναι πάθηση όλων, απλά κάποιοι ευαίσθητοι την εκδηλώνουν.
Αυτοί που πάσχουν, αυτοί που δεν μπορούν να συμμετέχουν σε σχήματα που δεν τους εκφράζουν, αυτοί που δεν μπορούν να ξεγελάσουν τον εαυτό τους στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι και να γιορτάσουν τη γέννηση ενός θεού που δεν πιστεύουν, αυτοί που γενικά υποφέρουν στις γιορτές, αυτοί είναι οι καταλληλότεροι για να βρουν τη θεραπεία της ιστορικής μοναξιάς, αρκεί να μην την αναζητήσουν στον καναπέ του ψυχαναλυτή, αλλά στο ξεπέρασμα της ιστορίας.
Friday, December 4, 2009
Έρωτας, στο κενό.
Ο έρωτας δείχνει ότι δεν είσαι ακέραιος παρά μόνον αγκαλιάζοντας το άτομο που σε ξετρελαίνει.
Εδώ η λογική δεν αρκεί, τα λόγια είναι λίγα, και τίποτε δεν είναι αρκετό.
Ο έρωτας είναι ένα πήδημα στο κενό.
Μπορεί ο άλλος να σου απλώσει χέρι και να περάσεις απέναντι, μπορεί και όχι. Ποτέ δεν ξέρεις, αλλά και ποτέ δεν θα μάθεις, αν δεν το κάνεις.





