Sunday, December 25, 2016

η πολλαπλότητα των πολυπολιτισμικών δώρων του Δεκέμβρη

Ο πολυπολιτισμικός Δεκέμβρης για τους Έλληνες της Γερμανίας που έχουν παιδιά και οφείλουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις δώρων των πολλαπλών εθίμων αυτού του πανάγιου μήνα,  περιλαμβάνει τα ακόλουθα δρώμενα:
 1. Τα δώρα του Αγίου Νικολάου (Σαντα Νικλαους ή Σαντα Κλαους;) στις 6 του μήνα, που πρέπει να τα αφήνουμε στα παπούτσια των παιδιών έξω από την πόρτα.
2. Τα δώρα για τα κάλαντα της παραμονής των Χριστουγέννων. (Εδώ μπερδεύουμε τι είδους κάλαντα λέμε - τα Χριστουγενναπρωτούγεννα ή το Καληνημερανάρχοντες- ανάλογα με την περιοχή καταγωγής μας. )
2. Τα δώρα του χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν, νωρίς το βράδυ της παραμονής, κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. (Πατροπαράδοτο γερμανικό έθιμο, που δεν το γλυτώνεις με τίποτε, αφού εκείνη την ώρα επικρατεί ερημιά παντού. - Μέχρι και η Τούρκοι το γιορτάζουν, αναγκαστικά.)
3. Τα δώρα του επόμενου πρωινού, πάλι κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, που τα φέρνει αυτή τη φορά ο μικρός Χριστούλης (Christ Kid) ή ο άνθρωπος των Χριστουγέννων (Wheinachtsmann ή Σάντα Κλάους ή  Άγιος Βασίλης;)  { Και οι Γερμανοί εδώ τα έχουν μπερδέψει}.
4. Τα δώρα για τα κάλαντα της παραμονής της πρωτοχρονιάς. {Πάλι μπέρδεμα για το ποια κάλαντα λέμε. }
5. Τα δώρα για την αλλαγή του χρόνου, που τα φέρνει ο δικός μας Αη Βασίλης (επιτέλους), ενώ εμείς παίζουμε χαρτιά (κατά το ελληνικόν) ή μπαρουτοκαπνίζουμε με πυροτεχνήματα τον ουρανό και γεμίζουμε σκουπίδια τους δρόμους (κατά τα γερμανικόν)

6. …. και μη ξεχάσουμε το φλουρί στη βασιλόπιτα.  

Monday, October 28, 2013

Μαζική τέχνη, στην εποχή των εμπόρων.

Το ότι όλοι μπορούν να βγάζουν φωτογραφίες με το κινητό τους, δεν τους κάνει όλους αυτομάτως φωτογράφους, ακόμη κι αν οι φωτογραφίες τους είναι «καλλιτεχνικές». Αυτό, βέβαια, μπορεί οι ίδιοι να μην το καταλαβαίνουν και να θέλουν να δηλώνουν φωτογράφοι. Δημοκρατία έχουμε, δικαίωμά τους. Η δημοκρατία, όμως, που δίνει στον καθένα το δικαίωμα να «πολιτεύεται» τον καλλιτέχνη -και καλά κάνει-, αντιμετωπίζει κάποια προβληματάκια ως προς τη μαζικότητα των καλλιτεχνικών συμμετοχών.

Όταν κατακλυζόμαστε από καλλιτεχνήματα κάθε είδους, (φωτογραφικά, κινηματογραφικά, θεατρικά, λογοτεχνικά, εικαστικά, κλπ), λόγω τεχνολογικής ευκολίας στα μέσα παραγωγής και διάδοσής τους (όπως, μέσω των μαζικών κοινωνικών δικτύων), ή λόγω αεργίας και ανεργίας των πολιτών, ειδικά των νέων, (όπου, αφού καθόμαστε που καθόμαστε, γιατί να μην ανεβάσουμε μια παράσταση), το ποιοτικό κινδυνεύει να πνιγεί σε ένα ωκεανό μάζας, όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.

Μέσα σε αυτό τον πληθωρισμό υπερπροσφοράς έργων η δουλειά της Κριτικής είναι εξαιρετικά κρίσιμη, στο να ξεδιαλύνει την ήρα από το στάρι και να ξέρουμε πού θα δώσουμε τα λεφτά μας ή το χρόνο μας. Η ίδια η Κριτική, όμως, πέφτει θύμα της μαζικότητας, όταν -μη έχοντας ξεκάθαρα αξιολογικά κριτήρια- πιέζεται να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό των ΜΜΕ, υιοθετώντας μαζικά χαρακτηριστικά για να πουλάει, ακολουθώντας μόδες για να έχει ακροατήριο και πηγαίνοντας σύμφωνα με την «αγορά» της τέχνης για να τσιμπάει κανένα μεζεδάκι στα τραπεζώματα των εμπόρων της. Μέσα σε αυτόν τον αχταρμά φυτρώνουν κι ένα σωρό νεόφυτοι κριτικοί, που μαζικοποιούν το λειτούργημα, εκφέροντας μετά παρρησίας και αδιακρίτως τις απόψεις τους μέσα στα αναρίθμητα μπλογκς, σελίδες και προφίλ τους,  ή, ακόμη, σχολιάζοντας προφίλ, μπλογκς και σελίδες άλλων -τις περισσότερες φορές χαιρέκακα και κακοπροαίρετα (βλ. στήλη γνωμών Αθηνοράματος). Το έργο της Κριτικής γίνεται ακόμη πιο δύσκολο, αν προσθέσεις τον «απάνθρωπο» αριθμό των έργων που καλείται να κρίνει ένας καλοπροαίρετος και "έμπιστος" κριτικός. (Κάποιος, δηλαδή, που έχει δομημένα αξιολογικά κριτήρια και μπορεί να μας φωτίσει μέσα στο χάος.) Συγνώμη, αλλά όταν παίζονται 500 παραστάσεις στην Αθήνα, τι να πρωτοδεί ο άνθρωπος! Όταν υποβάλλονται χιλιάδες ταινίες στις προκριματικές επιτροπές των μεγάλων φεστιβάλ, γιατί να μην καταλήξουν οι μισοί φάκελοι στα σκουπίδια, χωρίς καν να ανοιχτούν!

Εκεί αναλαμβάνουν ρόλο οι ενδιάμεσοι: οι «προμότερς», οι «δημοσιοσχεσήτες», οι «μάνατζερς», οι «παραγωγοί/προαγωγοί», οι κιουρέητορς, οι παραγοντίσκοι κάθε είδους, οι κολλητοί των διευθυντών φεστιβάλ, οι ίδιοι οι διευθυντές φεστιβάλ και, γενικά, όσοι εμπορεύονται τις τέχνες. Ο ρόλος τους, αν και δεν έχει σχέση με τη δημιουργία, έχει αναδειχθεί σημαντικότερος από αυτόν του δημιουργού. Είναι η εποχή τους!

Απέναντί τους, ο δημιουργός στέκεται ανίσχυρος, ειδικά στο ξεκίνημά του. Εφόσον, όμως, αυτοί ελέγχουν το ξεκίνημα, καθορίζουν και την κατάληξη, παίζοντας τελικά αξιολογικό ρόλο σημαντικότερο από ό,τι οι κριτικοί. 

Όταν η θεωρία (Κριτική) και η πράξη (Δημιουργία) υποτάσσονται στους ενδιάμεσους, τότε έχουμε εισέλθει για τα καλά στην επικράτεια των εμπόρων.

Wednesday, October 16, 2013

επανεφεύρεση της ευγένειας

Αφού επαναστατήσαμε στο ξύλινο σαβουάρ-βιβρ μιας παρωχημένης εποχής, καιρός να επανεφεύρουμε την ευγένεια και τους καλούς τρόπους, γιατί αρκετά το γουρουνιάσαμε.
Όταν η ελευθερία επιτρέπει την ασυδοσία, επιβάλλονται κανόνες ευπρέπειας για προστασία από τη βαρβαρότητα και την ασχήμια.
Εφόσον το μοντέρνο συνεχίζει να εικονογραφεί ό,τι πιο αποτρόπαιο, για να προκαλέσει, το ζητούμενο πλέον γίνεται το κλασικό.

Monday, October 14, 2013

σ.σ. (ενώ ετοιμάζομαι να τρέξω για AOK, Jobcenter)


δουλειά μου όσο μπορώ να διασώζω την ανθρωπιά, το πνεύμα, την ευαισθησία, το άνοιγμα στον άλλον, στο άλλο, σε Αυτό, το πέρα από εμάς...

- πρόβλημα το οικονομικό, εκτός αν καταφέρω να το λύσω μέσα από αυτήν την προσφορά, το "δούναι"

- πρόβλημα το ερωτικό, στην αντιπαράθεση του με την αγάπη

- πρόβλημα τα "βούρλα", οι άνθρωποι που δεν με νιάζουν, που δεν δίνω μία για αυτούς, αν δεν τους εχθρεύομαι επιπλέον, ειδικά τους "κάφρους" όταν γίνονται επιθετικοί (όπως οι φασίστες)

να το κάνω για τους δικούς μου, τους λίγους, τους εκλεκτούς. να συνδεθώ μαζί τους, να παράγουμε πλούτο και ομορφιά, μια δική μας οικονομία, ένα καινούργιο είδος, με τις δικούς του έρωτες, με ζευγάρωμα ομοειδών ζευγών


Saturday, July 13, 2013

"Ομπρέλα" των Μεταρρυθμιστών πέριξ του Κέντρου.


Υπάρχουν αρκετά άτομα που κινούνται στο χώρο του Κέντρου, όπως, επίσης, κάποιες ομάδες και μικρά κόμματα, που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτό, ώστε να δράσουν μαζί και συντονισμένα κάτω από την ίδια «ομπρέλα» (ειδικά όταν έξω «βρέχει καρέκλες»).

Το Κέντρο που προτείνουμε να συσταθεί, ως ένα καθαρό πολιτικό σχήμα, πέρα από Δεξιά και Αριστερά, με βασική του αρχή την άσκηση Ισορροπίας και τελικό σκοπό το Κοινό Καλό, δεν το προτείνουμε σαν ένα ακόμη μικρό κόμμα, από τα πολλά που υπάρχουν στον χώρο, αλλά σαν το κοινό φορέα και συντονιστή όλων αυτών.

Γι αυτό, είναι ανόητο να προχωρήσει η σύστασή του χωρίς εξασφάλιση συνεργασιών από όλους αυτούς, άτομα και σχηματισμούς, που χωρούν δυνητικά κάτω από την ίδια «ομπρέλα».

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά όλων αυτών κι εύκολα αναγνωρίσιμα, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε άμεσα  τη συγγένειά μας, για να συν-ομπρελιαστούμε, είναι η κοινή ερμηνεία της κρίσης:

Ερμηνεύουμε την παρούσα κρίση με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο, χωρίς να φοβόμαστε την αυτοκριτική και χωρίς απαλλάσσουμε κάποιους υπαίτιους, είτε χάριν λαϊκισμού (η Αριστερά, που απαλλάσσει τον «λαουτζίκο») είτε χάριν εξαρτήσεων (η Δεξιά, που απαλλάσσει τα «αφεντικά»).
Στεκόμαστε ανάμεσα στο «για όλα φταίνε οι άλλοι», της Αριστεράς, και «για όλα φταίμε εμείς», της Δεξιάς, προσπαθώντας να διακρίνουμε το σωστό ανάμεσα στις «μνημονιακές» υποχρεώσεις της χώρας και στην ανάγκη της να απεμπλακεί από το χρέος, για να μπορέσει να αναπτυχθεί, (πάντα μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ένωσης).
Μία ανάπτυξη, όμως, που θα στηριχθεί σε νέες βάσεις, έχοντας απαλλαχθεί από τον ρουσφετολογικό κρατισμό, τα συντεχνιακά καρκινώματα, τα ολιγαρχικά προνόμια, όπως και όλο το πασοκο-νεοδημοκρατικό συρφετό που επισκίασε τη χώρα μεταπολιτευτικά, οδηγώντας τη στα σημερινά σκοτάδια.

Αυτή η κοινή ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει σε ένα κοινά συμφωνημένο πρόγραμμα για έξοδο από την κρίση, βήμα – βήμα, με συγκεκριμένα μέτρα και προβλέψεις, το οποίο θα παρουσιαστεί στον παραζαλισμένο κόσμο, ζητώντας την έγκρισή του. (Όχι αοριστολογίες και ευχολόγια για μεταρρυθμίσεις, χωρίς δουλειά επί χάρτου και χρονοδιάγραμμα εργασιών σε βάθος δεκαετίας.)

Με ένα συγκεκριμένο, κοινό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, με άξονα την Ισορροπία και την άσκησή της για το Κοινό Καλό, μπορεί να ανοίξει η «ομπρέλα» του Κέντρου, που θα το απογειώσει.

Η συγκυρία είναι, μεν, αρνητική, με τη διαφαινόμενη πόλωση ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ και την έξαρση του λαϊκισμού (δεξιού κι αριστερού), αλλά δεν είναι απαγορευτική. 

Υπάρχει αρκετός σώφρον κόσμος που δεν πείθεται από την αριστερο-δεξιά συνθηματολογία, που απεχθάνεται το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου και που έχει απογοητευθεί από τις αριστερές αγκυλώσεις της ΔΗΜΑΡ. (Τους άφρονες που ψηφίζουν φασίστες και ψεκασμένους, τους ξεχνάμε.) 
Αυτός ο κόσμος θα έδινε ένα ποσοστό  άνω του 3% σε ένα Κέντρο που θα συσπείρωνε τις κάτω του 3 υποδιαιρέσεις άλλων κεντρομόλων σχημάτων, συμπεριλαμβανομένων των Οικολόγων Πρασίνων (εφόσον επικρατήσει η μεταρρυθμιστική λογική στις -διαλυμένες- τάξεις τους).

Με ένα αρχικό ποσοστό μικρό (αλλά πάνω του 3%), το Κέντρο θα μπορούσε να παίξει ρυθμιστικό ρόλο στην όποια κυβέρνηση, αφού οι αυτοδυναμίες δεν ισχύουν πια. Αυτό το ξέρουν οι πολίτες και μπορεί να ψηφίσουν Κέντρο χωρίς να φοβούνται την ακυβερνησία, εφόσον αυτό, βέβαια, παρουσιάσει ένα επεξεργασμένο κυβερνητικό πρόγραμμα και όχι λόγια του αέρα. Έτσι δεν αποκλείεται να προτιμήσουν αρκετοί ψηφοφόροι το Κέντρο σαν αντίβαρο στις αριστερο-δεξιές υπερβολές και σαν πιθανό κυβερνητικό εταίρο όποιου πλειοψηφήσει, αρκεί η τυχόν συνεργασία να γίνει βάσει ενός σαφούς προγράμματος, με όρους και χρονοδιαγράμματα. 

Γι’ αυτό το Κέντρο πρέπει να παρουσιαστεί με σοβαρότητα, με ισορροπημένες αρχές και στέρεα όργανα, με εκπροσώπους «επιπέδου», μαζί με ένα μελετημένο πρόγραμμα κυβερνητικής προοπτικής. Εδώ είναι που το ποσοτικά λίγο μπορεί να κάνει τη ποιοτική διαφορά και στη συνέχεια να ανέβει σε ποσοστά, κερδίζοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το έμψυχο υλικό που διαπνέεται από τις αρχές του Κέντρου είναι, σε γενικές γραμμές, υψηλής ποιότητας και μπορεί αυτό να το καταφέρει. Αρκεί να το προσπαθήσει. 

Υ.Γ. Η αναγκαιότητα ανάδειξης μιας ξεχωριστής και αυτόνομης πολιτικής του Κέντρου είναι διαχρονική, καθότι άπτεται ζητημάτων που κανένα από τα υπάρχοντα πολιτικά σχήματα -ελληνικά και παγκόσμια- δεν μπορεί να επεξεργαστεί, λόγω της παλαιότητας των "εργαλείων" που χρησιμοποιούνται. Ανεξάρτητα από τη συγκυρία και από την ανταπόκριση που μπορεί να έχει σε αυτή τη φάση, το μέλλον ανήκει στο Κέντρο.

Thursday, July 11, 2013

Ιδρυτική αρχή και σκοπός δημιουργίας του Κέντρου


Αν η Πολιτική είναι η τέχνη του "κυβερνάν", η πολιτική του Κέντρου θα πρέπει να είναι η τέχνη του "κυβερνάν αρίστως".

Το ότι η δεξιά ή η αριστερή πολιτική δεν μπορούν να καταφέρουν το άριστο το έχουμε πει εντοπίζοντας ως κύριο πρόβλημά τους τη μεροληψία των ιδρυτικών τους αρχών, υπέρ του «εγώ» η Δεξιά, υπέρ του «εμείς» η Αριστερά.
Την ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο κύρια συστατικά της «πόλης», το Εγώ και το Εμείς, καλείται να ασκήσει η πολιτική του Κέντρου.

Η άσκησης της Ισορροπίας θα πρέπει να είναι η ειδοποιός διαφορά του Κέντρου από άλλες κυβερνητικές πρακτικές και η βασική αρχή της πολιτικής του πρότασης.

Ισορροπία ανάμεσα...
...στο δημόσιο και στο ιδιωτικό (άρα, η "φιλελεύθερη" αποποίηση του δημόσιου τομέα -όπως και του κρατικού παρεμβατισμού- παραβιάζει τη βασική αρχή του Κέντρου)
...στο δυναμικό και στο αδύναμο (άρα, η "σοσιαλδημοκρατική" στήριξη στο κράτος πρόνοιας πρέπει να ενισχυθεί, αφού εξυγιανθεί)
...στην ανάπτυξη και στο περιβάλλον (άρα, η "οικολογική" πρόνοια δεν μπορεί παρά να αποτελεί συστατικό της πολιτικής του Κέντρου)
...στην ελευθερία και στο νόμο (άρα, οι εκτροπές των άκρων θα πρέπει να αντιμετωπισθούν, χωρίς, όμως, να παραβιάζονται τα δημοκρατικά δικαιώματα)
...στην παράδοση και στην πρόοδο (άρα, συντηρητικές αγκυλώσεις, όπως ο εκκλησιαστικός εναγκαλισμός του κράτους, πρέπει να λυθούν)
...στο εθνικό και στο διεθνές (άρα, η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας πρέπει να συνεχιστεί σταθερά και  δημιουργικά, πλην όχι παθητικά και άκριτα)
...κλπ.

Ο κατάλογος μπορεί να συνεχιστεί με αρκετές ακόμη δυάδες που η διαλεκτική τους διαμορφώνει την κοινωνία. Το Κέντρο, όντας ανάμεσά τους και δη στο κέντρο τους, καλείται να συμψηφίζει διαρκώς τις αντιθέσεις τους, συμπυκνώνοντάς τις σε εκείνη ακριβώς την κυβερνητική πολιτική που θα υπηρετεί το Κοινό Καλό. Αυτός ακριβώς πρέπει να είναι και ο στόχος του Κέντρου: το Κοινό Καλό.

Ξεκινώντας με βασική αρχή την Ισορροπία και στοχεύοντας στο Κοινό Καλό, μένουν πολλά ακόμη να γίνουν για το σχηματισμό του Κέντρου. Το αν θα γίνουν ή όχι εξαρτάται από όσους έχουν την ίδια πολιτική σκέψη.

Υ.Γ. Καλή η περίσκεψη, αλλά το παρατεταμένο "κλώσημα" κινδυνεύει να βγάλει κλούβια όλη τη συζήτηση του μεταρρυθμιστικού χώρου, όπως επισήμανα και στο Ωόν εις τον Πρωκτόν


Wednesday, July 10, 2013

Ούτε Αριστερά, ούτε Δεξιά : Κέντρο!


Οι περισσότεροι που διαβάζω μιλούν για την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου, καθαρόαιμου Κεντροαριστερού κόμματος, θεωρώντας προφανώς ότι κάτι τέτοιο δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, είναι κάπως μπάσταρδο (π.χ. ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ). 

Κατά ένα περίεργο λόγο, κανείς δεν έχει θέσει το ερώτημα του καθαρού και ξάστερου Κέντρου, ούτε έχει χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο χωρίς να του βάζει κάποιο πρόσημο, αριστερό ή δεξιό.  Γράφουν, ας πούμε, για την Κεντροδεξιά πλευρά της ΝΔ (π.χ. Μητσοτάκηδες), δίχως να ζητούν, βέβαια, τη σύσταση ενός Κεντροδεξιού κόμματος, εκλαμβάνοντας μάλλον το δεξιό πρόσημο ως ηθικά απαράδεκτο, ενώ το αριστερό είναι μια χαρά, αρκεί να συνοδεύεται με ένα Κέντρο-κάτι.

Πιθανολογώ ότι αυτό συμβαίνει γιατί οι αγαπημένοι μου αρθογράφοι προέρχονται κατά κύριο λόγο από το χώρο της ευρύτερης αριστεράς, όπως κι εγώ, που το έφτασα, όμως, μέχρι αναρχία, κι από εκεί, από το μηδέν, τα ξαναείδα όλα από την αρχή, ενώ αυτοί φαίνεται να μην το πήγαν all the way και τους έχει μείνει ακόμη η αριστερή συμπάθεια. 
Και σωστά, διότι όντως η Αριστερά σημαίνει συμπάθεια, αγάπη και φροντίδα για το φτωχό και αδύναμο. 

Το πρόβλημα είναι ότι μαζί με τον αδύναμο, η Αριστερά περιθάλπει και την αδυναμία του.
Θύμα του συμπαθητικού της, η Αριστερά δυσκολεύεται να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στον αναξιοπαθούντα και στον ανάξιο, φτάνοντας σήμερα να αγωνίζεται για τη μονιμότητα ρουσφετο-διορισμένων δημοσιο-υπαλλήλων, φαντασιωνόμενη ότι δίνει εργατικούς αγώνες. Γίνεται έτσι εμπόδιο στην εξέλιξη, αντιδρώντας σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση θα κάνει τον αδύναμο να αναμετρηθεί με την αδυναμία του και να πάει μπροστά, συμβάλλοντας και στην κοινωνική πρόοδο, μέσα από τη δική του προκοπή. 

Δεν είναι τυχαίο ότι η πάλαι ποτέ «προοδευτική» αριστερά έχει γίνει στην Ελλάδα το προπύργιο της συντήρησης, δίνοντας μάχες για εργατοπατερικά κατεστημένα και κηρύσσοντας την επιστροφή σε ένα απώτερο παπανδρεϊκό παρελθόν, λες και πρόκειται για τον απολεσθέντα παράδεισο. Είναι σύμφυτο του κρυπτοχρηστιανικού χαρακτήρα της.

Η «συμπαθητική» Αριστερά, ανανεώνοντας την παράδοση του Χριστιανισμού και δογματίζοντας «υπέρ αδυνάτου», αφήνει στη δικαιοδοσία της Δεξιάς το λόγο υπέρ δυνατού, αρίστου, ισχυρού και όποιου άλλου έχει καταφέρει να επιβληθεί ως τέτοιος στην κοινωνία, σύμφωνα με την -κατά τον Δαρβίνο- εξελικτική αναγκαιότητα της ισχύος, όπως την κατάλαβε η Δεξιά.

Η «δαρβινική» Δεξιά δεν χαμπαριάζει από συμπάθειες. Πολιτικός απόγονος της αθηναϊκής ολιγαρχίας, στην πρώτη αρχαιοελληνική δημοκρατία, επιχειρηματολογεί και επιχειρεί έκτοτε συστηματικά υπέρ της εξουσίας των ισχυρών της ιστορίας (γαιοκτημόνων, αριστοκρατών, στρατοκρατών, φεουδαρχών, παπάδων, βασιλέων, εμπόρων, βιομήχανων και χρηματιστών, κατά σειρά), θεωρώντας, προφανώς, ότι αυτοί αξίζουν –από φυσική επιλογή – να ηγούνται του λαού, ο οποίος οφείλει να τους ακολουθεί ακόμη και δια της βίας, καθότι η ιστορική αναγκαιότητα των εξουσιαστών το επιτρέπει.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι οι εκάστοτε ισχυροί όχι μόνο δεν εξυπηρετούν την ιστορική εξέλιξη -διαψεύδοντας τον Δαρβίνο-, αλλά κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους να την ανακόψουν, φοβούμενοι την αμφισβήτηση των πρωτείων τους, τα οποία θέλουν να τα κατοχυρώσουν εις το διηνεκές, κληροδοτώντας τα στους απογόνους τους. Δεν προτρέπουν τα βλαστάρια τους να κερδίσουν με το σπαθί τους την εξουσία και να αποδείξουν τη δαρβηνική τους υπεροχή, αλλά τους την κληροδοτούν, δημιουργώντας κάστες, ελίτ και «τζάκια», όπου φωλιάζουν ένα σωρό αχρείοι, με τις ευλογίες της Δεξιάς, πάντα.

Όποια μορφή και να παίρνει η Δεξιά, ακόμη και στην πιο φιλελεύθερη ή λαϊκίστικη εκδοχή της, είναι μεταμορφώσεις της εγγενούς προσήλωσής της στην εξυπηρέτηση των εκάστοτε κατεστημένων. Απλά, σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, χρειάζεται και τη ψήφο του λαού, οπότε μασκαρεύει το εξουσιαστικό της προσωπείο με φτιασίδια φιλολαϊκά, κολακεύοντας τα πλέον καθυστερημένα χαρακτηριστικά του λαού (Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια) και ενεργοποιώντας τα συντηρητικά αντανακλαστικά του, με το φόβητρο της «αναρχίας» που θα προκληθεί από την κατάρρευση του κατεστημένου.

Η Δεξιά, ενώ επικαλείται τη φυσική ορμή του δυναμικού «εγώ» σαν ιστορική αναγκαιότητα, καταλήγει εμπροσθοφυλακή της αχρειότητας.
Η Αριστερά, ενώ προβάλλει την κοινοτική ανάγκη της αλληλεγγύης μέσα από ένα ισότιμο «εμείς», καταλήγει να σπιτώνει την ανικανότητα.
Οι καταλήξεις αμφότερων δεν είναι αποτέλεσμα της κακής εφαρμογής των αρχών τους. Είναι σύμφυτες με αυτές και οφείλονται στη ιδρυτική μεροληψία τους, υπέρ του «εγώ» η Δεξιά, υπέρ του «εμείς» η Αριστερά.

Γι' αυτό, η ίδρυση του Κέντρου οφείλει να μην ενσωματώσει καμία από τις εγγενείς αριστερο-δεξιές παθογένειες, αλλά να διαμορφώσει την πολιτική του πρόταση και παρουσία μακριά και πέραν αυτών, στηριζόμενο σε εντελώς νέες βάσεις και αρχές, αν θέλει να έχει μέλλον.

Tuesday, July 9, 2013

ΜΕ "ΤΟ ΩΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΩΚΤΟΝ"

Παρακολουθώ εκ του σύνεγγυς τις συζητήσεις και τη σχετική αρθογραφία για την "εθνική" ανάγκη διαμόρφωσης ενός πολιτικού σχηματισμού του «μεταρρυθμιστικού» Κέντρου - μεταξύ της «παλαιοκομματικής» Δεξιάς και της «λαϊκίζουσας» Αριστεράς - κι έχω αρχίσει να προβληματίζομαι με την αναποτελεσματικότητά τους. 
Μα πώς γίνεται όλα αυτά τα καλά μυαλά να μη μπορούν να κάτσουν γύρω από ένα τραπέζι και να βγάλουν ένα κοινό πόρισμα, για να μπει μπροστά το πολυθρυλούμενο σχήμα; 
Είναι οι δημοσκοπήσεις που αποθαρρύνουν; Μα, η «δημοσκοπική πολιτική» είναι τόσο παθητική που δεν μπορεί να έχει σχέση με το ενέργημα το οποίο χρειάζεται για να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο.
Είναι η αίσθηση της ματαιότητας; Τότε, γιατί να γίνεται κουβέντα; Ας βγάλουμε το σκασμό και αιωνία του η μνήμη.
Είναι δεσμεύσεις με παλιά σχήματα; Ε, όσοι τις έχουν, ας το καθαρίσουν μέσα τους, να τελειώνουμε. «Χωρίς να σπάσουν αυγά, ομελέτα δεν γίνεται». 
‘Η, μήπως, μιας και το'φερε η κουβέντα, δεν είναι κανείς ακόμη με το «αυγό στον κώλο»; Μήπως όλοι αυτοί οι πεφωτισμένοι «μεταρρυθμιστικολόγοι» μιλάνε από μια θέση σχετικής ασφάλειας - από τις καθηγητικές τους έδρες, από τις ανέγγιχτες ακόμη «θεσούλες» τους, από το καταχωνιασμένο κομπόδεμά τους, από τα εξασφαλισμένα σπιτάκια τους, χωρίς να κινδυνεύει να βρεθεί κανείς στο δρόμο -, οπότε έχουμε ακόμη χρόνο για κλώσημα;
Η προσωπική μου εμπειρία λέει ότι, παρά τις όποιες καλές προθέσεις, ο άνθρωπος πάει μπροστά, μόνο όταν δεν μπορεί να κάνει πίσω. Φαίνεται ότι πολλοί έχουν (ή νομίζουν ότι έχουν) περιθώρια περαιτέρω υποχώρησης. 
Εγώ, προσωπικά, δεν έχω.



Thursday, June 13, 2013

Μερικά «γιατί» και ένα «γαμώτο θα σκάσω αν δεν τα πω», με όλα αυτά που ακούω περί ΕΡΤ


Γιατί αυτή η κυβέρνηση δεν προσπάθησε πρώτα να εξυγιάνει την ΕΡΤ, κάνοντας γνωστή την προσπάθειά της στους πολίτες, ώστε να έχει τη συμπαράστασή τους (που θα την είχε), και να πάρει δραστικά μέτρα μετά, εάν συναντούσε ανυπέρβλητες αντιδράσεις μέσα από την ΕΡΤ (που θα συναντούσε);

Δεν θα ήταν, τότε, όλα διαφορετικά, και αντί για πολιτική κρίση με εμφυλιοπολεμικές προεκτάσεις σήμερα, θα είχαμε, μεν, διαμαρτυρίες, αλλά και ευρείες συναινέσεις για μια νέα ΕΡΤ;

Γιατί δεν ακολουθήθηκε αυτή η λογική σειρά, ώστε να μην είμαστε αυτή τη στιγμή εγκλωβισμένοι στον παραλογισμό μιας διαμαρτυρίας για την κυβερνητική αυθαιρεσία, υπερασπιζόμενοι εγκάθετους υπαλλήλους;

Πώς έχει διαφύγει αυτό το λογικό άλμα από τόσους σώφρονες αναλυτές της ζωής του τόπου, που φωτίζουν διάφορες πλευρές του εν λόγω παράλογου δράματος, χωρίς να εντοπίζουν την ουσία του προκείμενου παραλογισμού;

Ποια πολιτική αντίληψη διαθέτουν οι συγκυβερνώντες Κουβέλης και Βενιζέλος, που άφησαν τα πράγματα να οδηγηθούν σε αυτό το αδιέξοδο, (επιτρέποντας στον Σαμαρά να αφηνιάσει, κολλώντας τους στον τοίχο), γεγονός που απειλεί να  στείλει τη χώρα σε ακόμη πιο βαθιά σκοτάδια;

Σε τι έγκειται η Πολιτική, αν όχι σε «τέχνη του κυβερνάν», μια τέχνη που δείχνουν να αγνοούν παντελώς οι κυβερνώντες, με τους απροκάλυπτα άτεχνους (για να το πω κομψά) χειρισμούς τους επί του θέματος;

Γιατί δεν εγκαλούνται από τους πολίτες οι κυβερνώντες, ως ακατάλληλοι να ασκήσουν στοιχειωδώς την τέχνη της Πολιτικής, ώστε να ανατεθεί η άσκησή της σε καταλληλότερους;

(Αλλά και) γιατί οι καταλληλότεροι δεν εμφανίζονται;

Saturday, November 10, 2012

"όλα κάψτα" ή πώς έφτασα στην ΚΑΥΣΗ


Βρισκόμουν στο Βερολίνο και ασχολιόμουν με ένα σενάριο ελληνο-βερολινέζικο όταν συνέβησαν οι ταραχές του Μαΐου του 2010, με τον εμπρησμό της Marfin. Είχα γράψει ήδη το «έχετε γεια βρυσούλες» για την Ελλάδα και νίπτωντας τας χείρας μου, είχα πει να συγκεντρωθώ στη νέα μου πατρίδα, όταν αυτό που συνέβη στην παλιά, με τάραξε τόσο που δεν μπορούσα να ησυχάσω.

Ένιωσα την καταστροφή να επέρχεται, το πλοίο να βουλιάζει, εγώ ένα ποντίκι που την είχε κάνει, κι άσε του άλλους να πνίγονται. Ανάμεσα στους άλλους ήταν άνθρωποι δικοί μου, που εξέπεμπαν sos στα τηλεφωνήματα και στα emails που ανταλλάσαμε εναγωνίως εκείνες τις μέρες. Κυριευμένος από την ανησυχία, τότε, αποφάσισα να αφήσω το ελληνο-βερολινέζικο μέλλον μου στα σκαριά και να επιστρέψω στο παρελθόν μου, για να κάνω κάτι, αν μπορούσα, πριν αυτό γίνει ερείπια.

Πολύ γρήγορα διαπίστωσα, από τις πρώτες επαφές μου στην Ελλάδα, το αδύνατο μιας πολιτικής πράξης, σύμφωνης με την ερμηνεία που έδινα εγώ τουλάχιστον στην κρίση. Ήμασταν πολλοί λίγοι και εξαιρετικά αδύναμοι όσοι συμφωνούσαμε στην προτεραιότητα της ορθολογικής μεταρρύθμισης της χώρας, διαφωνώντας με τον «ηρωισμό» του εθνικού τσαμπουκά και των λαϊκίστικων συνθημάτων.

Η αδυναμία του ορθολογισμού (με τη διαχειριστική του έννοια) να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ανθρώπινο γίγνεσθαι, και η η πρωτοκαθεδρία της μεταφυσικής στις επιλογές του ανθρώπου, ήταν μια διαπίστωση που είχα κάνει ήδη στις φιλοσοφικές μου μελέτες, στα πρώτα χρόνια του Βερολίνου.  
Την έβλεπα τώρα να επιβεβαιώνεται, στο πεδίο των «εθνικών μαχών», και έτσι αποφάσισα να την κάνω θέμα ενός έργου, με τη φιλοδοξία να καταδείξω την ουσία του προβλήματος.
Εστίασα στην ανάγκη μιας νέας πίστης που να συντονίζει τα άτομα υπερβατικά, μέσα από μια σύγχρονη μεταφυσική αναφορά, η οποία θα τους έκανε να ξεπεράσουν τις μικροσκοπιμότητες και να κάτσουν «γύρω από ένα τραπέζι», ώστε να συζητήσουν ορθολογικά για το τι πρέπει να γίνει.

Προκειμένου να το υποδείξω αυτό, υιοθέτησα σαν βάση του έργου το ακριβώς αντίθετο: Κάποια άτομα γύρω από ένα τραπέζι, που δεν μπορούν να συνεννοηθούν με τίποτε για ένα ζήτημα ανάγκης, το οποίο αν αγγίζει κάποιο θέμα μεταφυσικής - όπως αν έχει να κάνει με ένα θάνατο -, θα φανερώσει το ζητούμενο της πίστης.

Έτσι έφτασα στην κεντρική ιδέα της «Καύσης»: 
http://www.facebook.com/HKAYSH


Sunday, August 26, 2012

ώρα για απλο-ποίηση της πολιτικής


Η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε ένα σημείο που πρέπει πια να αποφασίσει πώς θα συνεχίσει. Οι πολιτικές ιδέες που καθόρισαν την πορεία της ως εδώ, αδυνατούν να ανταποκριθούν στα νέα παγκόσμια δεδομένα, πόσο μάλλον να τα ξεπεράσουν και να ηγηθούν.

Οι νέες θεωρητικές εκδοχές των κύριων πολιτικών σχολών (του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού),  ο νεο-φιλελευθερισμός και ο οικο-σοσιαλισμός, οι οποίοι προτάθηκαν μετά το ελευθεριακό διάλειμμα της δεκαετίας του 70, δεν έχουν καταφέρει να συγκροτήσουν ένα πειστικό όραμα, το οποίο να οδηγήσει στα πλειοψηφικά ρεύματα που απαιτεί η διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας συλλογικότητας. Ο μεν νεο-φιλελευθερισμός επειδή δεν έχει όραμα. Ο δε οικο-σοσιαλισμός επειδή δεν είναι πειστικός. 
(Χρησιμοποιώ τον όρο «οικο-σοσιαλισμός» διότι τα οικολογικά κόμματα, πέρα από την έμφασή τους στο περιβάλλον, ακολουθούν, κατά τα άλλα, «αριστερή» πολιτική ή σοσιαλίζουσα, ενώ, και τα σοσιαλιστικά κόμματα υιοθέτησαν σε μεγάλο βαθμό τα οικολογικά αιτήματα).

Ο νεο-φιλελευθερίστικος εκθειασμός της «ελεύθερης αγοράς» (όντας, στην πραγματικότητα, μετεξέλιξη της πρωτόγονης θεωρίας της επικράτησης του ισχυρού) αποτελεί όραμα μόνον όσων μπορούν να κυριαρχήσουν σε αυτήν και δύσκολο να εμπνεύσει μια νέα συλλογικότητα.

Ο οικο-σοσιαλιστικός οραματισμός της αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπων και φύσης (όντας μετεξέλιξη της χριστιανικής παρακαταθήκης «αγαπάτε αλλήλους») αγνοεί την πραγματικότητα του ατομισμού κι έτσι η αδελφική ουτοπία του διαψεύδεται στην πράξη από την εξελικτική δυναμική της ατομικής διαφοροποίησης.

Αμφότεροι πάσχουν κατά βάθος από την παθογένεια των μητρικών τους σχολών, ο μεν  του "αγοραίου" φιλελευθερισμού, που προκρίνει τον ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό (οδηγώντας έτσι στην απανθρωπιά), ο δε του "κομματοκρατούμενου" σοσιαλισμού, που προκρίνει τον κεντρικό έλεγχο (οδηγώντας έτσι στην καταπίεση).

Η προσπάθεια εξισορρόπησης της «δεξιάς» και «αριστεράς» μονομέρειας των προαναφερθέντων σχολών, με τη σοσιαλδημοκρατική πρόταση, δεν απέδωσε παρά μόνο στα βορειοευρωπαϊκά κράτη, όπου ειδικές συνθήκες την ευνόησαν. Η εύνοια, όμως, αυτή κρατήθηκε ζηλότυπα εντός αυτών των χωρών, με τις κρατικές πολιτικές τους να είναι είτε ανταγωνιστικές προς άλλες χώρες, είτε εξαιρετικά επιφυλακτικές.

Τα πολιτικά μορφώματα που προέκυψαν εντωμεταξύ σε διάφορες περιοχές του κόσμου, όπως ο «κομμουνιστικός» καπιταλισμός στην Κίνα ή οι ισλαμιστικές «δημοκρατίες» στον μουσουλμανικό κόσμο, δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουν τα στοιχεία της οικουμενικότητας που θα συνέπαιρναν τα έθνη της γης. Μάλλον τα φοβίζουν.

Πάνω σε τι θα μπορούσε να στηριχθεί, όμως, η ζητούμενη νέα οικουμενικότητα;

Εδώ, για μπορέσουμε να περάσουμε από την ανάλυση στη σύνθεση, θα πρέπει να υιοθετήσουμε κάποιες κοινές παραδοχές, πανανθρώπινης ισχύος, σαν βάση για οτιδήποτε θέλει να θεωρηθεί οικουμενικό.

Ξεκινώντας από υφιστάμενες φόρμες θα μπορούσαμε, ας πούμε, να υιοθετήσουμε τη «διεθνή χάρτα των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Όμως αυτή είναι απλά μια διακρατική συμφωνία στα πλαίσια του ΟΗΕ, που αφορά κυρίως την προστασία των δικαιωμάτων, και ισχύει στο βαθμό που τα κράτη την τηρούν. Υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι που την καθιστούν ανεπαρκή για «καταστατικό χάρτη» μιας νέας πολιτικής:
α. Προϋποθέτει την κρατική συγκατάθεση, άρα δεν έχει να κάνει με ελεύθερη δράση πολιτών (η οποία μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την υπόσταση πολλών κρατών).
β. Αναφέρεται στα δικαιώματα και στην προστασία τους, παίρνοντας μια στάση συνηγόρου του πολίτη, ως εν δυνάμει αδικημένου και όχι ως εκείνου που διαμορφώνει το δίκαιο.

Η έννοια του δικαίου, όσο σημαντική και να είναι, δεν αρκεί από μόνη της για μια νέα πολιτική πρόταση, διότι στην κοινωνική πρακτική των ατόμων (άρα και στην πολιτική – ως σύμφωνο διακυβέρνησής τους) υπεισέρχονται κι άλλοι παράγοντες, που έχουν να κάνουν με τα ζητούμενα τους, με την τόλμη και τη γενναιότητά τους, κι όχι μόνο με τη διασφάλισή τους.

Εδώ έρχεται η πρώτη κοινή παραδοχή: ότι οι κοινωνίες (άρα και η ανθρωπότητα, ως η παγκόσμια κοινωνία) αποτελούνται από άτομα. Μπορεί να υπάρχουν διάφορες ενδιάμεσες διαστρωματώσεις των ατόμων, (εθνικές, φυλετικές, πολιτιστικές, ταξικές, θρησκευτικές, οπαδικές, κ.λ.π), αλλά όλες στηρίζονται επ’ αυτών των ίδιων των ατόμων ως των συστατικών τους μονάδων.

Αν στηρίξουμε οποιαδήποτε πολιτική άποψη στη βάση μιας κάποιας ομαδοποίησης (π.χ. ταξικής, όπως έκανε ο μαρξισμός) και όχι στη βάση του ατόμου, τότε η άποψή μας πάσχει από μερικότητα και στερείται αυτομάτως της γενικότητας που απαιτεί το οικουμενικό.
Άρα, η βάση και ο κοινός παρονομαστής οποιασδήποτε οικουμενικής θεώρησης δεν μπορεί να είναι παρά η μονάδα που απαρτίζει τα σύνολα, το άτομο, χωρίς το οποίο αυτά είναι ανυπόστατα, άρα ανυπόστατη και όποια θεωρία συνόλου δεν ξεκινάει από αυτό.

Ξεκινώντας με βάση το άτομο, ο επόμενος κοινός παρονομαστής που συναντάμε, είναι ότι όλα τα άτομα, ανεξαρτήτως των ιδιαιτεροτήτων, των επιδιώξεων και των πεποιθήσεών τους, θέλουν να νιώθουν καλά. Από τη στιγμή που αυτό κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί, μπορούμε να το θεωρήσουμε σαν βασική μας Αρχή.

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά είναι απλή, αλλά όχι απλοϊκή. Με τη βοήθεια, ακριβώς, της απλότητάς της μπορούμε να απλοποιήσουμε (και όχι να απλουστεύσουμε) πολλές κατασκευές και να τις κάνουμε πιο λειτουργικές ως προς το να νιώθουμε ακριβώς καλά. Έτσι, βάσει αυτής, μπορούμε να αναρωτηθούμε σε τι εξυπηρετούν τα πολιτικά συστήματα, αν δεν κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη, ας πούμε.

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά, (the feeling-good principle, θα λέγαμε στα αγγλικά), είναι μεν απλή, αλλά εμπεριέχει μια σειρά από παραμέτρους, που αν εξεταστούν το ίδιο απλά, χωρίς προκαταλήψεις, (βλ. το σχετικό «Τόσο απλά»), θα δείξουν πως όσο κι αν είναι επίφοβη η εγωιστική πρακτική των ατόμων (την οποία υποθάλπει ο νεοφιλελευθερισμός), αυτά δεν μπορούν να νιώσουν καλά, παρά συνδέοντας τον εαυτό τους με το σύνολο.

Εδώ ακριβώς είναι που πρέπει να υπεισέλθει η νέα πολιτική πρόταση, εστιάζοντας στη «πυρηνική» συνιστώσα των κοινωνιών (στην τάση των ατόμων να συνδέονται, για να νιώσουν καλά), και να τα διευκολύνει στη νέα παγκοσμιοποιημένη εποχή, όπου οι διασυνδέσεις έχουν άλλο εύρος πια.

Μια τέτοια ριζικά απλή (και με τον τρόπο της επαναστατική) επαναδιαπραγμάτευση της πολιτικής, από τη σκοπιά πλέον του ατόμου, του «πυρήνα» των κοινωνιών, μπορεί να απελευθερώσει όλη την ενέργεια που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε συμπλέγματα φόβου και καχυποψίας, παγιδευμένη σε «σκληροπυρηνικά» κελύφη μοναχικών και αποσυνδεδεμένων ατόμων, που  κινούνται από την αγωνία να πάρουν και όχι να δώσουν, αφού ζουν σε ένα σύστημα όπου ο «παρτακισμός» κυριαρχεί.

Με τον «παρτακισμό» να εξαντλεί τα παγκόσμια αποθέματα ενέργειας (ανθρώπινης και γεωφυσικής) χωρίς να τα αναπληρώνει με ανάλογη προσφορά, και να οδηγεί την οικονομία σε αδιέξοδο (βλ. σχετικό άρθρο), όποια διορθωτικά μέτρα και να ληφθούν δεν θα λύσουν το πρόβλημα παρά προσωρινά, αν δεν εστιάσουν στο «πυρηνικό» ζήτημα.

Ακόμη και στις περιπτώσεις που τα διορθωτικά/μεταρρυθμιστικά μέτρα επείγουν, (όπως στην περίπτωση της Ελλάδας), το πρόβλημα δεν θα λυθεί τελικά, αν δεν αλλάξει ριζικά ο τρόπος προσέγγισής του, με μια νέα πολιτική που θα εστιάζει στο άτομο και στη διάθεσή του να προσφέρει (για να συνδεθεί οργανικά με το σύνολο και να νιώσει ολοκληρωμένο).
Κύρια μέλημα των κυβερνήσεων, σε αυτήν την πολιτική, θα είναι να διευκολύνουν τις διασυνδέσεις των ατόμων (και των συνόλων τους  - όπως της Ελλάδας με την Ευρώπη και της Ευρώπης με το σύνολο της ανθρωπότητας), με μέτρα που θα τα ενθαρρύνουν να ανοιχτούν και θα μειώνουν το φόβο που τα κρατάει κλειστά.

Μπορεί να πρέπει να γίνουν πολλά (ή να ξεγίνουν) για να απλο-ποιηθούν τα συστήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά ενόψει του διαφαινόμενου χάους από την ανυπαρξία μιας συνεκτικής πολιτικής (που ταλανίζει ήδη την Ευρώπη), ήρθε η ώρα να κινηθούμε αποφασιστικά προς τα εκεί.

Tuesday, April 17, 2012

Ο «παρτακισμός» και η ουσία του οικονομικού προβλήματος.


 Παρακολουθώντας τα τελευταία χρόνια όλον αυτόν τον ορυμαγδό της οικονομο-καταστροφο-λογίας, που ξεκίνησε από τα «σαπάκια» της αμερικάνικων funds και κορυφώθηκε με τη σαπίλα του ελληνικού κράτους, μου ήρθε η σκέψη ότι η βαθύτερη αιτία  του οικονομικού προβλήματος παγκοσμίως βρίσκεται στο ότι τα περισσότερα άτομα, ως δρώσες οικονομικές μονάδες, θέτουν σαν προτεραιότητα το να πάρουν και όχι να δώσουν.

Συνυπολογίζοντας τα δεδομένα κόστους και κέρδους των ενεργειών τους, εκατομμύρια άνθρωποι ξυπνούν κάθε μέρα και ξαμολιούνται στον κόσμο για να κερδίσουν. Να κερδίσουν από το ψωμί τους έως ολόκληρες περιουσίες. Να κερδίσουν με το μικρότερο, πάντα, δυνατό κόστος. Η σκέψη που τα κατευθύνει δεν είναι τι έχουν να προσφέρουν στον κόσμο, αλλά τι μπορούν να πάρουν από αυτόν.

Ένας κόσμος όπου οι περισσότεροι θέλουν να πάρουν, παρά να δώσουν, οδηγείται μαθηματικά σε αδιέξοδο.

Τι συμβαίνει και τόσοι άνθρωποι προκρίνουν το «παίρνειν» από το «δίνειν».

Σίγουρα, ως ένα βαθμό, το να πάρεις είναι αναγκαία προϋπόθεση για να δώσεις. Αυτό συμβαίνει μέχρι του σημείου που η λήψη γενικώς (τροφής, γνώσης, ενέργειας, κλπ.) είναι απαραίτητη για να υπάρξει το αναγκαίο ενεργειακό πλεόνασμα που απαιτεί η πράξη της προσφοράς. Από εκεί και πέρα, το πλεόνασμα που διαθέτει ένας υγιής, ενήλικος, χορτασμένος άνθρωπος θα έπρεπε, κανονικά, να προσφερθεί στον κόσμο (από όπου άλλωστε το πήρε) και να γίνει έργο. Εδώ, λοιπόν, κάπου σκαλώνει το πράμα. 

Το σκάλωμα δεν βρίσκεται ακριβώς στην απουσία προσφοράς και στην έλλειψη έργου. Οι άνθρωποι προσφέρουν και παράγουν, διότι αλλιώς δεν θα είχαν τίποτε λαμβάνειν. Για να πάρεις πρέπει να δώσεις. Αυτό το ξέρουμε όλοι. Το σκάλωμα βρίσκεται στο ότι προϋπολογίζουμε τι έχουμε να πάρουμε και βάσει αυτού εκτιμούμε τι πρέπει να δώσουμε. Αναστέλλουμε, δηλαδή, τη φυσική κίνηση διάθεσης του ενεργειακού πλεονάσματος, προαπαιτώντας την ανταμοιβή της από τον άλλον.

Εφόσον και ο άλλος συμπεριφέρεται ανάλογα, τότε ούτε αυτός θέλει να μας δώσει, βέβαια, αλλά να πάρει από εμάς.  Έτσι αρχίζει ένα «παζάρι» μεταξύ μας προς τα κάτω, για το ποιος θα δώσει τα λιγότερα και θα πάρει τα περισσότερα. Αυτό προοπτικά οδηγεί σε μειωμένη παραγωγή συνολικού έργου, λόγω χαμηλής προσφοράς ενέργειας από όλους.

Την ίδια στιγμή, που εξ αιτίας αυτής της συμπεριφοράς δεν έχουμε αρκετό παραγόμενο πλούτο, έχουμε αρκετούς πλούσιους: αυτούς που κέρδισαν στο «παζάρι», είτε με την πονηριά τους (εκμεταλλευόμενοι ευκαιρίες = πιάνοντας κορόιδα) είτε με τη βία (έχοντας τα μέσα εξαναγκασμού των άλλων). Παράλληλα, έχουμε πολλαπλάσιους φτωχούς: αυτούς που έχασαν (ή «γεννήθηκαν χαμένοι») για να υπάρξουν οι λίγοι κερδισμένοι.

Σε συνθήκες «παρτακισμού», η ύπαρξη μιας λαοθάλασσας φτωχών είναι απαραίτητη για τις νησίδες πλούτου που ξεπροβάλλουν εδώ κι εκεί στην επιφάνεια μιας παγκόσμιας οικονομίας χαμηλής στάθμης.

Αποδεχόμενοι αυτές τις συνθήκες, οι οικονομολόγοι προτείνουν διάφορα μέτρα διαχείρισης του προβλήματος, χωρίς βέβαια να το λύνουν. Στη καλύτερη των περιπτώσεων εισηγούνται κανόνες καλής συμπεριφοράς που οι συναλλασσόμενοι πρέπει να ακολουθούν για να μη διαρραγεί ο ιστός της οικονομίας από παράλογες απαιτήσεις και ανυπόστατες πρακτικές (όπως έκαναν οι Έλληνες με το «αεριτζίδικο» κράτος τους).

Οι κανόνες λειτουργούν ως ένα βαθμό σε λαούς που έχουν αντιληφθεί την αναγκαιότητά τους, είτε λόγω κλιματικών συνθηκών (όπως κάποιοι Βόρειοι) είτε λόγω ιστορικής εμπειρίας (όπως κάποιοι Ευρωπαίοι). Η «κανονικότητα» που παρατηρούμε στα ευνομούμενα βόρεια κράτη, θα μπορούσε να είναι μοντέλο συμπεριφοράς και για τα υπόλοιπα, αν δεν υστερούσε στο θέμα της προσφοράς. Οι πολίτες αυτών των κρατών εκπαιδεύονται στον αυτοπεριορισμό και στην αυτάρκεια, όχι στην προσφορά και στη γενναιοδωρία. Εξ ου και η παροιμιώδης τσιγκουνιά τους. Αυτές οι κοινωνίες μοιάζουν «ψυχρές» και δεν αποκλείεται να φέρονται σκληρά σε άλλες, εκτονώνοντας την καταπιεσμένη αρπακτικότητά τους στο εξωτερικό, όταν τους βολεύει. Έκτροπα, βέβαια, δεν αποκλείεται να συμβαίνουν και στο εσωτερικό τους. Γι’ αυτό δεν στερούνται σκανδάλων ούτε κι αυτές, έστω κι αν δεν είναι μαζικού χαρακτήρα, όπως σε κάποιους νότιους γείτονές τους.

Η γεωμορφία του «παρτακισμού»  μπορεί μεν να ποικίλει, αλλά αυτός δεν παύει να αποτελεί την κυρίαρχη οικονομική πρακτική σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης, με τη «δοτικότητα» να αποτελεί τη φωτεινή εξαίρεση. 

Εξαιρέσεις πάντα υπάρχουν, δεν είναι, όμως, αυτές που διαμορφώνουν το οικονομικό περιβάλλον, αφού αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις και δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Κάθε ένας που μεγαλώνει σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν αργεί να αντιληφθεί αυτούς τους κανόνες και να συμπεριφερθεί ανάλογα, για να μη βγει χαμένος. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το περιβάλλον, μέσα από αυτήν την πρακτική, αποδεικνύεται ασύμφορο. Πολύ περισσότερο όταν ο «παρτακισμός» των ανθρώπων επιτίθεται στη φύση, εξαντλώντας τους φυσικούς της πόρους.

Φαίνεται σαν να διατηρούμε μια συμπεριφορά παλαιών εποχών, όπου ο άνθρωπος πάλευε για την επιβίωσή του εναντίον άλλων ανθρώπων και ανεξέλεγκτων στοιχείων της φύσης, που τον απειλούσαν. Από τη στιγμή, όμως, που κατάφερε να σταθεροποιήσει σχετικά τις συνθήκες της επιβίωσής του, αυτή η επιβιωτική του αγωνία επιβουλεύεται την ίδια του την ύπαρξη.

Τα υπαρκτικά αιτήματα που θέτει η νέα εποχή δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με παλιά εργαλεία, που δεν εκλαμβάνουν το άτομο στην ολότητά του (ως πρόσωπο) και δεν δίνουν διέξοδο στην έφεσή του να προσφέρει για να ολοκληρωθεί ενταγμένο μέσα στον κόσμο, αντί να κονταροχτυπιέται διαχωρισμένο από αυτόν.

Το αίσθημα διαχωρισμού οξύνει την επιθετικότητα των ατόμων, προκαλώντας μια  ατμόσφαιρα πολεμική, με νικητές και ηττημένους, και τελικό θύμα την ίδια την οικονομία, ως παράγοντα συνολικού πλούτου (και όχι πλουτισμού μερικών).

Οι θεωρητικοί εκπρόσωποι των νικητών επιχειρηματολογούν υπέρ του ανταγωνισμού (ή του καπιταλισμού) και των χαμένων υπέρ της ισότητας (ή του σοσιαλισμού), όμως και οι δύο εξετάζουν το θέμα από την άποψη του «λαμβάνειν».

Η μόνη διαφαινόμενη λύση είναι η αλλαγή άποψης, με τη «δοτικότητα» να παίρνει πια το προβάδισμα και να αλλάζει ριζικά το οικονομικό περιβάλλον. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να υπάρξει εμπιστοσύνη στην ίδια μας την ανθρώπινη φύση.

Κάτι τέτοιο μπορεί να φαίνεται μια ακόμη ουτοπική αερολογία, γεμάτη αόριστες επικλήσεις σε ιδεατές δυνάμεις που δεν υπάρχουν ανάμεσά μας. Μπορεί, από την άλλη, να είναι το μόνο σχέδιο που δίνει προοπτική για μια κοινωνικοπολιτική δράση αλλαγών τέτοιας κλίμακας, την οποία οι υφιστάμενες «ιδεολογίες» δεν μπορούν πια να εμπνεύσουν.

Η γενίκευση της δοτικότητας, σαν ρυθμιστικής αρχής του οικονομικού συστήματος, προϋποθέτει την προσωπική προσφορά των ίδιων των ατόμων, αλλιώς είναι αστήριχτη. Η βάση είναι πάντα το πρόσωπο: αυτό πρέπει να κάνει ένα βήμα μπροστά, σε μια γενναιόδωρη χειρονομία προς τον άλλο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο της μη ανταπόδοσης από αυτόν.

Ακόμη κι αν πρέπει να έχουμε εξετάσει σε ποιόν προσφέρουμε τι  - για να μη προσφέρουμε άστοχα και αστόχαστα -, η κίνηση της προσφοράς εμπεριέχει πάντα ένα ρίσκο, αφού δεν προαπαιτεί την ανταμοιβή, αλλά την αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του άλλου.

Εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχεται ο παράγων της πίστης
Πιστεύω ότι ο άλλος έχει ανάλογη διάθεση προσφοράς με εμένα και θα ανταποκριθεί θετικά στη δική μου δοτικότητα. Δεν είμαι, βέβαια, σίγουρος για αυτόν, αλλά ούτε κι αυτός για μένα. Κάποιος, πάντως, πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα.

Όπως και νάχει, δεν θα μάθουμε ποτέ αν είναι εφικτός ο κόσμος που θέλουμε να ζήσουμε, εφόσον δεν τον προσπαθήσουμε.


Friday, April 6, 2012

ΚΑΤΙ ΥΠΕΡΟΧΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ


Αυτό που συμβαίνει με το θέατρο σήμερα στην Ελλάδα δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά με όρους «υπεροχής». Σε μια χώρα που δείχνει να μην έχει τίποτε να δώσει, κάποιοι δίνουν πέραν του «έχειν» τους και παράγουν κάτι υπέρ-οχο. Αυτή η «υπέρ του έχειν» (πάνω από το έχω) προσφορά των ανθρώπων του θεάτρου, κυρίως ηθοποιών, έχει φέρει τέτοιο πλούτο στις θεατρικές σκηνές που εντυπωσιάζει.
Μιλάμε για καταπληκτικές παραστάσεις από διάφορα σχήματα, όχι απαραίτητα τα γνωστά και όχι πάντα τα προβεβλημένα. Εντάξει, υπάρχουν και πολλές «μάπες», αλλά αυτές πάντα υπήρχαν. Το εντυπωσιακό είναι ο αριθμός και η ποιότητα των καλών έως και εξαιρετικών παραστάσεων.
Το ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι αρκετές από αυτές πραγματοποιούνται σε κενό οικονομίας, δηλαδή χωρίς τα απαραίτητα χρήματα, είτε από κάποια χρηματοδότηση (κρατική ή θεατρικο-επιχειρηματική), είτε από το ταμείο - αφού τα εισιτήρια αδυνατούν να καλύψουν πάντα το κόστος τους, παρόλο που το κοινό τους έχει κι αυτό αυξηθεί εντυπωσιακά.
Το κοινό του καλού θεάτρου, που παλιά αποτελούνταν από κυρίες και διαβασμένους, έχει εμπλουτισθεί πλέον από νέα κοινωνικά στρώματα και έχει ανανεωθεί με μια ισχυρή δόση νεολαίας, που δεν συνωστίζεται πια στις «πόρτες» των κλαμπ, έχοντας γυρίσει την πλάτη στον κόσμο του Κωστόπουλου και του lifestyle που «πέθανε τη χώρα», για να μυηθεί σε αυτόν του Μαρμαρινού και του «Πεθαίνω σαν χώρα», (εξ ου και η φωτογραφία).
Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι λεφτάδες που καθόταν πρώτο τραπέζι πίστα στα κλαμπομπούζουκα, δεν έκαναν ανάλογη στροφή, για να «σπονσοράρουν» αυτές τις παραστάσεις τώρα και να εισπράξουν τιμητική αναγνώριση ανάλογη και πιο σημαντική της πρωτο-τραπέζιας που είχαν. 
(Η πλουτοκρατική τάξη στην Ελλάδα αποδείχθηκε, ακόμη μια φορά, καθυστερημένη και κλεπτοκρατική, αφού το μόνο που την ένοιαξε, όταν έσκασε η φούσκα, ήταν να βγάλει τα υφαρπαγμένα λεφτουδάκια της στην Ελβετία, από τη στιγμή που δεν μπορούσε να τα επιδεικνύει στο Λε Πα.)
Αγνοώντας την εθνική μιζέρια και την ιδιωτική τσιγκουνιά, τα παιδιά του θεάτρου τα δίνουν όλα, δίνουν περισσότερα και από αυτά που έχουν, για να παράγουν έναν ανεκτίμητο πλούτο εν μέσω μιας απέραντης φτώχειας. Πρόκειται για μια πράξη αυθυπέρβασης, όπως ακριβώς απαιτεί κάθε ποιητική πράξη, που μας ωθεί πέρα από τα ποσοτικά μας δεδομένα στα ποιοτικά μας ζητούμενα. 
Πρόκειται για μια κίνηση υπεροχής, που μας παρακινεί να ξεπεράσουμε αυτά που έχουμε (να υπερ-έχουμε), για να προσεγγίσουμε αυτό που είμαστε.
Μπορεί το «έχειν» μας να γίνεται όλο και πιο λίγο, με την οικονομική ύφεση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει και εμείς να λιγοστέψουμε αναγκαστικά, υποτασσόμενοι στο ζυγό της ανάγκης. Η θεατρική πλουτοπαραγωγή μάς δείχνει ότι, σε τέτοιους ειδικά καιρούς, το αδύνατο είναι το μόνο εφικτό. 

Tuesday, September 6, 2011

Η κοινοτυπία της πρωτοτυπίας και η ξεπερασμένη πρωτοπορία.


Διαβάζω για τις ταινίες του Φεστιβάλ της Βενετίας και τη «Σφαγή» του Πολάνσκι, (η φωτο είναι του Κιούμπρικ), όπου δύο νεοϋρκέζικα ζευγάρια, λέει, συναντιούνται για να συζητήσουν πολιτισμένα το τσακωμό των παιδιών τους και τελικά «σφάζονται» (μεταφορικά), αποκαλύπτοντας την άγρια φύση του ανθρώπου και τέτοια  πολύ «πρωτότυπα».

Ανάλογα «πρωτότυπες» είναι πολλές από τις ταινίες που παίζονται, όχι μόνο στη Βενετία, αλλά σε όλα τα καθωσπρέπει φεστιβάλ, που θεωρούν χρέος τους να προβάλλουν όλα τα καλλιτεχνικά «σφαχτά» που τους δίνουν τη σφραγίδα της ποιότητας.

Από ό,τι βλέπω, στους άλλους χώρους της τέχνης επικρατεί το ίδιο σκηνικό του σφαγείου, έτσι που είναι να απορείς.  Ως πότε, δηλαδή, η σύγχρονη τέχνη και διανόηση θα αρέσκεται να ξεκοιλιάζει την καθημερινότητα και να μας πουλάει τα σφάγιά της;

Το έχουμε δει τόσες φορές το έργο που δεν μπορεί να μας ξεγελάσει για καινούργιο επειδή ο κάθε νέος εκδορέας- καλλιτέχνης ξεπετσιάζει όλο και πιο πολύ το θύμα του, για να πουλήσει πρωτοτυπία. (Αυτό δεν αφορά, βέβαια, τον Πολάνσκι - παλιά πουτάνα –, αλλά τα νέα φιντάνια.)

Οι περισσότεροι κριτικοί, άσχετοι με την ουσία της τέχνης και σχετικοί μόνο με τα επουσιώδη,  χειροκροτούν την τόλμη αυτής της ξεπερασμένης πρωτοπορίας, που το μόνο που έχει να προσφέρει στον άνθρωπο είναι μια όλο και πιο βαθιά απογοήτευση.  Απογοήτευση τόσο για τα έργα της, όσο και για αυτό που αναπαριστούν: έναν κόσμο σκουληκιασμένο, τον οποίο αυτοί, οι καλλιτέχνες - ως καλύτεροι προφανώς –, ανατέμνουν και αποδομούν, για να μας δείξουν τα σκουλήκια του. Το ό,τι το σκουλήκι μπορεί να γίνει και πεταλούδα, ουδείς λόγος βέβαια. Μιλάμε για κακεντρέχεια.

Η σύγχρονη τέχνη θα μπορούσε άνετα να θεωρηθεί η εκδίκηση του μοναχικού και προβληματικού μαθητή, ο οποίος στο σχολείο δεν «μετρούσε" ερωτικά, και βρίσκει την ευκαιρία αργότερα, μέσω της τέχνης, να εκδικηθεί την κουφάλα-κοινωνία, να αναδειχθεί τιμητής της, και τιμώμενος με βραβεία (από τους επίσης κομπλεξικούς κριτές του), να  «πηδήξει» μεγάλος, ό,τι δεν «πήδηξε» μικρός.

Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό.  Πολλοί φερέλπιδες πηδηχταράδες (και πηδηχταρούδες), μια χαρά καλογαμημένοι, μπαίνουν στην τέχνη με άγριες ξεπετσιαστικές προθέσεις. Όσοι βλέπουν τις μικρού μήκους που βγαίνουν κάθε χρόνο, εκπλήσσονται από τα «άνθη του κακού» που φέρουν αυτά τα «μπουμπούκια» στον κόσμο ως νέες καλλιτεχνικές προτάσεις.

Μα, δεν τους είπε κανείς ότι ο Μπωντλαίρ έγραψε για τα αυτά «άνθη» πριν 150 χρόνια κι αν δεν έχουν κάτι καλύτερο να πουν, να σωπάσουν ή τουλάχιστον να μην υστεριάζουν; Αυτό μαθαίνουν στις σχολές που πάνε; Αυτό μαθαίνουν από τις ταινίες που κυκλοφορούν; Αυτό διαβάζουν στα περιοδικά; Αυτό καταλαβαίνουν ότι έχει πέραση;  Μπορεί.

Μπορεί όμως να συμβαίνει και κάτι άλλο. Μπορεί από την εποχή του Μπωντλαίρ, του Φρόυντ, του Μαρξ και όλων των μεγάλων «ανατόμων» του δυτικού πολιτισμού, που έσκασαν κάπου μεταξύ 18-20 αιώνα, να έχει κολλήσει η βελόνα στον ίδιο σκοπό, και να εξακολουθεί να θεωρείται πρωτοπορία η ανατομική, αποδομητική, αναλυτική, καταγγελτική και υπονομευτική στάση προς την κοινωνία.

Δεν λέω, καλά έκαναν οι άνθρωποι τότε και μας έδειξαν τα σκοτεινά δωμάτια πίσω από τις φτιασιδομένες βιτρίνες μας. Αλλά αφού εντωμεταξύ τα είδαμε όλα (μέχρι και σκατά επί σκηνής), μπορεί κάποιος να μου πει τι καινούργιο έχουν να προσφέρουν όσοι συνεχίζουν το ίδιο βιολί;

Μήπως έχουμε παγιδευτεί στο αίτημα της πρωτοπορίας; Μήπως πρέπει να εστιάσουμε πλέον αλλού; Μήπως ήρθε επιτέλους η ώρα για μια ουσιαστική αλλαγή προθέσεων, όπου από τα «ανα» (της ανά-λυσης), «κατα» (της κατ-αγγελίας), «υπο» (της υπο-νόμευσης), να περάσουμε στα «υπερ» (της υπέρ-βασης), «συν» (της σύν-θεσης), «εν» (της εν-θάρρυνσης) και άλλα τέτοια θετικά, που θα δώσουν όραμα και ελπίδα για ένα νέο κόσμο, αφού χορτάσαμε απελπισία για τον παλιό; 

Thursday, August 18, 2011

η γαλή του έρωτα

 Παρόλο που δεν νομίζω ότι χρειάζεται πολύ φιλοσοφία περί έρωτος και είτε τον έχεις, είτε τρέχα-γύρευε, οφείλω να επισημάνω κάποιες στρεβλώσεις επί του θέματος, που λοξεύουν τα βέλη του φτερωτού θεού  και αντί να πηγαίνουν στο στόχο τους, αστοχούν, και όποιον πάρει ο χάρος.

Ο έρως δεν αφορά μια μοναχική διαδικασία περιπαθούς αυτοολοκλήρωσής μας, είτε επειδή νιώθουμε εμείς οι ίδιοι ερωτευμένοι με κάποιον/α/ους, ανεξαρτήτως ανταπόκρισης (η παλιά ρομαντική στρέβλωση), είτε επειδή μας ερωτεύονται κάποιοι άλλοι (η σύγχρονη ναρκισσιστική στρέβλωση). 

Ο έρωτας είναι κάτι που συμβαίνει ανάμεσα σε δύο και παράγει ένα «εμείς», πέρα από εμένα και εσένα, πέρα από τα εγώ του καθένα. Αποτελεί κάτι τρίτο, που γεννάται από την ένωση των δύο, τρέφεται από τα φιλιά τους και μεγαλώνει στην αγκαλιά τους. 

Αυτό το «εμείς» έχει την ανυψωτική δύναμη, με τα δύο του φτερά, λα-λα, να μας σηκώσει πάνω από το βαρύ και ασήκωτο εγώ μας, και να κάνουμε «παπάδες», εκεί που ήμασταν απλοί καντηλανάφτες.

Δύο ερωτευμένα άτομα δεν προστίθενται απλά - όπως νομίζουν πολλοί, αντιλαμβανόμενοι τον έρωτα με λογιστικό τρόπο (η προσθετική στρέβλωση) - αλλά συντίθενται δυναμικά, για να παράγουν το ερωτικό «εμείς» με την αυτοϋπέρβασή τους, αφού μεθυσμένα από τον έρωτα, αφήνουν τα λογιστικά τεφτέρια τους στο συρτάρι και σταματούν να υπολογίζουν και να μετράνε. 

Η (υπο)λογιστική πρόσθεση των δύο εγώ, χωρίς τη μεθυστική σύνθεσή τους, δεν μπορεί να παράγει κάτι τρίτο, αυτό το «εμείς», που έχει τη δική του ζωή και τη δική του ξεχωριστή δυναμική. 

Η σκέτη πρόσθεση  φτιάχνει άγονα ζεύγη μοναχικών ατόμων, που κάνουν παρέα στη μοναξιά τους και ικανοποιούν κάποιες προσωπικές τους ανάγκες, γούστα και ορέξεις, για όσο καιρό τις ικανοποιούν. Μετά, ο καθένας το δρόμο του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. 

Όμως, η γάτα είναι εκεί και νιαουρίζει για έρωτα και δεν σε αφήνει τη νύχτα να κοιμηθείς. Γάτα είναι αυτή, δεν παίρνει από λόγια. Μπορεί να βγάλει νύχια και να σε πληγώσει, μπορεί και να ρονρονίσει αν τη χαϊδέψεις. Κανείς δεν ξέρει.

Παίζουν πολλά, όταν έχεις να κάνεις με τη γαλή του έρωτα. Αυτό που δεν παίζει σίγουρα είναι να μένεις έξω από το παιχνίδι, από φόβο μη πληγωθείς. Νιάρρ!

Wednesday, April 20, 2011

βία στη βία της εξουσίας



Υπάρχουν κάποια συνθήματα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα που αντέχουν στο χρόνο και μένουν εκεί αναλλοίωτα, να επαναλαμβάνονται μονότονα, αγνοώντας πεισματικά τα χρόνια που περνούν και τις εποχές που μαζί τους αλλάζουν. 

 Ένα από τα πιο δημοφιλή από αυτά είναι το «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» και ένα άλλο το «βία στη βία της εξουσίας». Το πρώτο χρησιμοποιείται μονότονα στις διαδηλώσεις, κάθε φορά που κάνουν την εμφάνισή τους τα ΜΑΤ, από το 1975 μέχρι  και σήμερα, τριανταπέντε χρόνια μετά. Το δεύτερο είναι το σύνθημα-άλλοθι κάθε πράξης βίας (ή τέλος πάντων, αντιβίας) των αντιεξουσιαστών που καταφεύγουν στη βία (ή τέλος πάντων, στην αντιβία) και τους οποίους θα λέμε πρόχειρα «αντι-βιαστές», για να τους ξεχωρίσουμε από τους υπόλοιπους.

Δεν θα επιμείνουμε στο πρώτο σύνθημα, μιας και είναι περιορισμένης εμβέλειας, αφού στοχοποιεί μόνο τους «μπάτσους» και χρησιμοποιείται ειδικά κατά την εμφάνισή τους στις διαδηλώσεις, αντί χειροκροτήματος. Θα αναλύσουμε το δεύτερο, αφού η γενικόλογη φύση του το κάνει καταλληλότερο για ένα άρθρο περί πολιτικής βίας.

Το «βία στη βία», που φωνάζει το συγκεκριμένο σύνθημα, δια-δηλώνει μια συμμετρία, όπου το κακό απαντιέται με το κακό, προφανώς για να το εξουδετερώσει και να επιτρέψει μετά το καλό να κυριαρχήσει (αφού δεν θα μένει άλλο κακό στον κόσμο). Επικαλείται, δηλαδή, τον πασίγνωστο μαθηματικό κανόνα όπου «δύο αρνήσεις κάνουν μια κατάφαση».

Χωρίς να θέλω να μπω στα χωράφια των μαθηματικών, νομίζω ότι ο προαναφερθείς κανόνας ισχύει υπό κάποιες προϋποθέσεις, είναι δηλαδή σχετικός. Παρόλα αυτά, το «βία στη βία της εξουσίας» εκφέρεται απόλυτα από τους αντι-βιαστές, σαν ο ύστατος και απόλυτος κανόνας που θα επαναφέρει τη συμπαντική τάξη και συμμετρία στον κόσμο των ανθρώπων, τον κυριαρχημένο από τη βία της εξουσίας, τον οποίο αυτοί με την αντι-βία τους θα τον φέρουν στα ίσα.

Εδώ, δεν θα καυτηριάσω τις μεσσιανικές φαντασιώσεις των αντι-βιαστών και τις χριστιανικές τους καταβολές, όπου Αυτοί, ως εκλεκτοί του Θεού, σκοπεύουν να σώσουν τους ανθρώπους από τη βία της εξουσίας (ή αλλιώς το Διάβολο), μιας και οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να τα καταφέρουν μόνοι τους, επειδή μάλλον είναι καταδικασμένοι από το προπατορικό αμάρτημα, το οποίο Αυτοί, οι εκλεκτοί, γλύτωσαν, από  τη στιγμή που η Θεία Χάρις τούς ευλόγησε να γίνουν επαναστάτες, αντί να τελειώσουν την Οδοντιατρική.

Αντίθετα, θα συμφωνήσω υπέρ των πράξεων συμμετρίας και θα συμμεριστώ το σύνθημα «βία στη βία της εξουσίας», εφόσον αυτό υπόσχεται τάξη και αρμονία, δικαιοσύνη και ελευθερία, και όλα τα καλά, στον κόσμο των ανθρώπων. 

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, την πολλά υποσχόμενη συμμετρικότητα αυτού του συνθήματος στην πράξη.
Πρώτα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για ποια εξουσία μιλάμε και ποια βία αυτή χρησιμοποιεί, για να της απαντήσουμε με το ίδιο νόμισμα. Η ιουδαϊκή ρήση (στην οποία βασίζεται το εν λόγω σύνθημα) λέει «δους αντί οδόντος», δηλαδή, «μου έβγαλες μάτι, θα σου βγάλω μάτι», όχι θα σου τραβήξω το αυτί. Πρέπει να απαντάμε, λοιπόν, με το ίδιο νόμισμα και να χτυπάμε στο ίδιο σημείο, αλλιώς δεν «μετράει».

Ο καταγωγικός προσδιορισμός της εξουσίας και το κατά πόσο αυτή επιβλήθηκε στους ανθρώπους από έξω (από κάποιον «καταραμένο όφη») ή υπήρξε προϊόν των ίδιων των ανθρώπων, μπορεί να μας εμπλέξει σε φιλοσοφικά ερωτήματα, του είδους αν έκανε η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα, που δεν είναι επί του παρόντος.

Ας μείνουμε στην «εξουσία» που ο πολύς κόσμος καταλαβαίνει ως τέτοια, δηλαδή μία κατάσταση ισχύος στην οποία βρίσκονται κάποιοι, είτε ως «λειτουργοί» της εξουσίας - όταν η εξουσία είναι δημόσια -, είτε ως ιδιοκτήτες της εξουσίας - όταν η εξουσία είναι μεν ιδιωτικής φύσεως, αλλά δημόσιας χρήσεως, (όπως όταν κάποιοι ιδιώτες έχουν στα χέρια τους τόσο μεγάλη ισχύ, που να επιβάλλονται στους υπόλοιπους, χωρίς να χρειάζονται κάποιο δημόσιο λειτούργημα).

Σε αυτές τις δύο χονδρικές μορφές εξουσίας, τη δημόσια και την ιδιωτικο-δημόσια, μπορούμε να παραθέσουμε μια σειρά από άλλες εξουσίες, κάθε φύσεως (από την εξουσία του γονιού πάνω στα παιδιά του, μέχρι της γκόμενας πάνω στον καψούρη της), αλλά θα μείνουμε σε αυτές τις δυο, μιας και το θέμα μας είναι η πολιτική βία, αυτή δηλαδή που ασκείται δημόσια.

Η ανάγκη συμμετρικού και αποτελεσματικού χτυπήματος στη βία της εξουσίας μάς αναγκάζει επίσης να είμαστε σύγχρονοι, να την εντοπίσουμε στη σημερινή εποχή, όπως αυτή, δηλαδή, μας «βιάζει» σήμερα και όχι όπως μας παλούκωνε επί τουρκοκρατίας ή μας έριχνε στα μπουντρούμια της ΕΑΤ/ΕΣΑ επί δικτατορίας. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι πολλοί από τους αντι-βιαστές αντιδρούν με καθυστερημένα αντανακλαστικά στην αλλαγή των εποχών και φέρονται ακόμη ως «ηρωικοί έγκλειστοι του Πολυτεχνείου», χωρίς να είναι πλέον περικυκλωμένοι από τανκς, αλλά από τις μποτιλιαρισμένες Πατησίων και Στουρνάρη.

Η επικαιρότητα των αντιδράσεών μας είναι σημαντική, αν θέλουμε  να επιφέρουμε συμμετρικά χτυπήματα στη βία της εξουσίας,  που  να την εξουδετερώσουν. Ο α-συγχρονισμός μας με την εποχή που ζούμε μπορεί να μας οδηγήσει σε δονκιχωτικές ψευδαισθήσεις και να μας κάνει να «την πέφτουμε» σε ανεμόμυλους, νομίζοντας ότι είναι πύργοι. Αυτό εμπεριέχει το σοβαρό κίνδυνο να την πληρώνουν άλλοι (ήτοι, οι ανεμόμυλοι) από αυτούς που πρέπει (δηλαδή, οι πύργοι).

Σήμερα, στην Ελλάδα, συμβαίνει να έχουμε το συνταγματικά κατοχυρωμένο πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Με όποιον ατελή τρόπο και αν αυτό λειτουργεί, παραμένει μια μορφή δημοκρατίας, η οποία διαφέρει ριζικά από τη δικτατορία, τη βασιλεία, τη φεουδαρχία κι άλλα αυταρχικά πολιτεύματα, που μαθαίνουμε στο σχολείο. 

Στη κοινοβουλευτική δημοκρατία, οι δημόσιοι λειτουργοί της εξουσίας εκλέγονται από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων ή διορίζονται από τους εκλέκτορές της. Δεδομένου ότι και το ίδιο το σύνταγμα θα μπορούσε να αλλάξει, αν συμφωνούσαν τα δύο τρίτα των εκλεκτόρων, είναι εμφανές ότι η φύση της δημόσιας εξουσίας, όπως εφαρμόζεται στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, αποφασίζεται από την πλειοψηφία του λαού.

Ανάλογα, η βία που αυτή η εξουσία χρησιμοποιεί, για να επιβάλλει τις αποφάσεις της έχει τη σιωπηρή ή φωναχτή συγκατάθεση των πολλών, οι οποίοι κρίνουν τις πράξεις των δημόσιων εξουσιαστών τους και αποφασίζουν ανά τετραετία αν θα τους αλλάξουν ή αν θα τους κρατήσουν, και τι λογιών εξουσία επιθυμούν. Μυαλό έχουν και κρίνουν.

Μπορεί οι αποφάσεις της πλειοψηφίας να μη μας αρέσουν και  να θεωρούμε την κρίση των πολλών καθοδηγημένη, ενώ αυτούς τους ίδιους ανόητους, αλλά, αυτοί τελικά αποφασίζουν, άρα αυτοί – οι πολλοί – είναι οι  υπεύθυνοι για τη μορφή της δημόσιας εξουσίας σήμερα και της όποιας βίας αυτή χρησιμοποιεί.

Τώρα προκύπτει το εξής  ερώτημα. Αν η βία της σημερινής εξουσίας μας ενοχλεί, τότε ποιους πρέπει να δείρουμε για αυτό; Αυτούς που την ασκούν ή αυτούς που τους εκλέγουν για να την ασκούν; Αν χτυπήσουμε τους πρώτους, οι άλλοι, απλά, θα τους αντικαταστήσουν. Άρα, πρέπει να στοχεύσουμε στους πολλούς, για να καταφέρουμε συμμετρικό χτύπημα στη βία της εξουσίας. Πώς όμως θα τους αντι-βιάσουμε όλους αυτούς;

Κανονικά, για να είμαστε συμμετρικοί, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια μέσα βίας που χρησιμοποιεί η εξουσία της πλειοψηφίας, δηλαδή, την αστυνομία και τη φυλακή. Οπότε, πρέπει να τους συλλάβουμε όλους και να τους κλείσουμε μέσα για βλακεία, ας πούμε, αφού οι ανόητες αποφάσεις τους βιάζουν την ύπαρξή μας, με το να εκλέγουν τους εξουσιαστές που εκλέγουν. 

Όπως προκύπτει, λοιπόν, η μόνη αντι-βία στη βία της εξουσίας που στέκει σήμερα, είναι οι μαζικές συλλήψεις. Δεν ξέρω, βέβαια, πόσο πρακτικό θα ήταν κάτι τέτοιο.   Πιθανόν πιο λογικό θα ήταν συνομιλήσουμε με τους πολλούς και να πείσουμε κάποιους από αυτούς για μια άλλη μορφή διακυβέρνησης, που δεν θα βασίζεται στη βία της εξουσίας, ας πούμε. 

Το να πείσεις τον κόσμο υπέρ μιας ελευθεριακής κοινωνίας είναι για κάποιο λόγο τόσο δύσκολο που μοιάζει ακατόρθωτο και σχεδόν ουτοπικό, αλλά τουλάχιστον δεν είναι παρανοϊκό, όπως παρανοϊκά είναι τα τυφλά χτυπήματα ενάντια στους μπάτσους, ακόμη και οι εν ψυχρώ δολοφονίες τους, από κάποιους αντι-βιαστές, που νομίζουν ότι «καθαρίζοντας» δύο τρία «γουρούνια» (μπάτσους ή άλλους) θα αλλάξουν τον κόσμο. 

Δυστυχώς ή ευτυχώς, τη μόνη πρακτική δυνατότητα που έχουμε στην εποχή μας για να αλλάξουμε τον κόσμο είναι η πειθώ. Αυτήν τη δυνατότητα χρησιμοποιούν συστηματικά οι άλλοι εξουσιαστές, οι ιδιωτικο-δημόσιοι, για να πείθουν τους πολλούς, ώστε να ψηφίζουν  υπέρ των δικών τους συμφερόντων. Το καταφέρνουν εύκολα, ελέγχοντας τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας( ΜΜΕ), που είναι το κλειδί της κοινής γνώμης σήμερα, άρα το κλειδί της ισχύουσας δημοκρατίας. 

Τα ΜΜΕ αποτελούν από μόνα τους μια «τέταρτη εξουσία», στην οποία είναι πλέον υπόλογες και οι τρεις  εξουσίες, στις οποίες υποδιαιρείται η δημόσια εξουσία (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική). Τα ΜΜΕ έχουν αναδειχθεί στην εποχή μας στην εξουσία των εξουσιών κι έτσι κρατούν τα σκήπτρα της βίας της κάθε εξουσίας, ακόμη και τα σκήπτρα της ίδιας της αντι-βίας.

Οι αντι-βιαστές, με τα καψίματα, τα σπασίματα και τις δολοφονίες τους, παίζουν πρόθυμα το παιχνίδι των ΜΜΕ, και αυτά το δικό τους. Οι αντι-βιαστές διαφημίζουν δωρεάν τις εκδηλώσεις τους στα ΜΜΕ, ενώ παράλληλα τα τροφοδοτούν με το βίαιο θέαμα που αυτά έχουν ανάγκη για τα πρωτοσέλιδά τους και για τις έκτακτες συνδέσεις τους. Οι δύο μαζί σκορπίζουν τον τρόμο στους πολλούς, κάνοντάς τους ακόμη πιο πειθήνιους στις επιταγές του κατεστημένου. 

Ειδικά τώρα, εν μέσω της οικονομικής κρίσης και της διάλυσης που αυτή απειλεί να φέρει στην κοινωνία, το κατεστημένο φαντάζει στον κόσμο η μόνη ρεαλιστική πολιτική δυνατότητα και μάλιστα σύγχρονη, συγκρινόμενη  με τα παλαιολιθικά συνθήματα της αριστεράς. Ο φόβος της διάλυσης, που συσπειρώνει τους πολλούς γύρω από τους εξουσιαστές τους, επιτείνεται, εντωμεταξύ,  από  τα «αναρχικά έκτροπα» και την αριστερίστικη «τρομοκρατία», που πρόθυμα παρέχουν στα ΜΜΕ οι ματαιόδοξοι αντι-βιαστές, που φτάνουν ακόμη και να σκοτώσουν για να δημοσιευθεί μια μπροσούρα τους. Τόση φαντασία έχουν.

«Η φαντασία στην εξουσία» είναι ένα άλλο παλιό σύνθημα, που λίγοι όμως κατάλαβαν, αφού θέλει φαντασία να το καταλάβεις, ενώ το «βία στη βία της εξουσίας» φαίνεται να μην τη χρειάζεται. Το να χτυπάς τους μπάτσους ενώ θέλεις να χτυπήσεις την εξουσία, δεν θέλει και πολύ φαντασία. Μάλλον σημαίνει την παντελή έλλειψη φαντασίας, που μαζί με άλλες διανοητικές ελλείψεις, μαζί με την αμορφωσιά, την ασχετοσύνη και τα μετεφηβικά αδιέξοδα,  καλλιεργούν το έδαφος για να ξεφυτρώνουν κάθε λίγο και λιγάκι καινούργιοι αντι-βιαστές, όλο και πιο βίαιοι, όλο και πιο απολίτικοι.

Η πολιτική αντι-βία για να είναι πολιτική και συμμετρική,  ώστε να εξουδετερώσει τη βία της εξουσίας, πληρώνοντάς την με το ίδιο νόμισμα, θα πρέπει να τη χτυπήσει εκεί  όπου αυτή εδράζεται σήμερα, δηλαδή στα ΜΜΕ. Προσοχή, αυτό δεν σημαίνει να πυροβολούμε δημοσιογράφους. Όπως είπαμε, θέλει λίγη φαντασία. Θέλει να βρούμε τρόπους διάδοσης εναλλακτικών ΜΜΕ, ώστε να αναπτύξουμε δικούς μας τρόπους επικοινωνίας και διαλόγου με τους πολλούς, για να τους πείσουμε για την εναλλακτική μας πρόταση (αν έχουμε). 

Αντί να σκοτώνουμε, να σπάμε και να καίμε για να μας παίξουν τα κανάλια των εξουσιαστών, θα πρέπει να κάνουμε τα δικά μας κανάλια,  τα δικά μας δίκτυα. Έτσι, θα χτυπήσουμε τα μέσα τους με τα μέσα μας και τη  βία τους με την δική μας πολιτική αντι-βία, αρκεί να είναι πραγματικά αντι-βίαιη και πραγματικά πολιτική, δηλαδή, να προέρχεται από πολιτική σκέψη και να έχει πολιτική πρόταση.

Τότε, ναι, το «βία στη βία της εξουσίας» μπορεί να μας οδηγήσει κάπου. Τότε, ναι, η οργή μας για το καθεστώς μπορεί και να το γκρεμίσει. Τότε, ναι, από τη χρεωκοπία του μεταπολιτευτικού κατεστημένου, υπάρχει περίπτωση να βγούμε κερδισμένοι.